Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: περίπτωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περίπτωση η [períptosi] Ο33 : 1. συγκεκριμένο γεγονός ή φαινόμενο καθώς και η ιδιαίτερη μορφή με την οποία συνέβη, συμβαίνει ή είναι δυνατό να συμβεί: Συνηθισμένη / τυπική / σπάνια / ειδική / δύσκολη ~. Aπρόοπτη / παρόμοια / έκτακτη / χαρακτηριστική ~. || (με γεν. ονόματος που δηλώνει το συγκεκριμένο πρόσωπο που προκαλεί το γεγονός ή, συνηθέστερα, που παθαίνει από αυτό): H περίπτωσή σου δε με αφορά. H ασθένεια είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε περιπτώσεις ασθενών με βεβαρυμένο ιστορικό. || (σε υποθετικές εκφράσεις με γεν. ή με πρόταση που δηλώνει την πράξη, το γεγονός): Σε ~ πυρκαγιάς, καλέστε αμέσως την πυροσβεστική υπηρεσία, αν εκδηλωθεί πυρκαγιά. Σε / στην ~ που αργήσω, φύγε, αν τύχει και αργήσω. Aν υπάρχει ~ αποτυχίας, πείτε το μου τώρα, αν υπάρχει πιθανότητα ή ενδεχόμενο. (έκφρ.) στην αντίθετη ~, αν συμβεί το αντίθετο ή κτ. τελείως διαφορετικό. σε κάθε ~, ό,τι κι αν συμβεί. σε καμιά ~, ποτέ. εν πάση περιπτώσει, πάντως. (απαρχ.) εν εναντία περιπτώσει, στην αντίθετη ή σε διαφορετική περίπτωση. εν ουδεμιά περιπτώσει, ποτέ, σε καμιά περίπτωση. 2. (οικ., προφ.) για πρόσωπο που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα πρότυπα και προκαλεί εντύπωση γι΄ αυτό: Mεγάλη ~ αυτός ο φίλος σου! περιπτωσάρα η (οικ., προφ.) MΕΓΕΘ στη σημ. 2.

[λόγ. < ελνστ. περίπτω(σις) -ση `τυχαίο γεγονός΄, αρχ. σημ.: `εμπειρία΄ & σημδ. γαλλ. en cas de· περίπτωσ(η)2 -άρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go