Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: περί
282 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περί [peri] πρόθ. (βλ. και περι-) : (λόγ.) συνήθ. σε εκφράσεις με γενική: ~ ανέμων και υδάτων*. έχω κπ. ~ πολλού, τον θεωρώ πολύ σπουδαίο και αξιόλογο, τον θαυμάζω και τον υπολογίζω. ~ τίνος πρόκειται*; ο ~ ου ο λόγος*. ΦΡ ~ όνου* σκιάς. || με απόλυτο αριθμητικό και αιτιατική για υπολογισμό με προσέγγιση· περίπου, γύρω σε: ~ τις πεντακόσιες δραχμές. ~ τα εκατό κομμάτια.

[λόγ. < αρχ. περί]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περι- [peri] & περί- [perí], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα συνήθ.: I. για τη δήλωση επιρρηματικών σχέσεων: 1α. με τη σημασία γύρω γύρω, ολόγυρα, από όλες τις μεριές, από παντού: περιβρέχω, περιλούω, περιτοιχίζω, περιτριγυρίζω, περιφράζω / περιφράσσω, περιχαράσσω· || περιβραχιόνιο, περιλαίμιο· περίφραξη. || περίμετρος, περίστυλος. β. (επιστ.) για να δηλώσει το εξωτερικό τμήμα, αυτό που περιβάλλει η πρωτότυπη λέξη: (βοτ.) περιάνθιο, περισπέρμιο. || (ανατ.) περικάρδιο, περινεύριο, περιοδόντιο, περιόστεο. || (ιατρ.) για την ασθένεια που προσβάλλει το εξωτερικό τμήμα του μέρους του σώματος που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη (συνήθ. σε λέξεις με το επίθημα -ίτιδα): περικαρδίτιδα, περιοδοντίτιδα, περιοστίτιδα. || περιπνευμονία. 2. με τη σημα σία του κοντά σ΄ αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: περίγειο, περιήλιο. || γύρω γύρω, κοντά, στα πέριξ: περίοικοι. 3. για κυκλική κίνηση: περιστρέφω, περιφέρω· περιστροφή, περιφορά. 4. για κίνηση χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή στόχο· εδώ κι εκεί: περιδιαβαίνω, περιπλανιέμαι· περιπλάνηση. 5. με τη σημασία του έχω, κρατώ μέσα: περιέχω, περιλαμβάνω· περιεχόμενο. || συχνά με ατονημένη σημασία, γι΄ αυτό και στον προφορικό λόγο μπορεί να ακολουθήσει το επίρρημα μέσα: τι περιέχει μέσα; II. (σε επίθετα) με επιτατική λειτουργία δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ιδιότητα που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: περιζήτητος, περίλαμπρος, περίλυπος, περιπαθής, περιπόθητος, περίτρανος, περίφημος· περίτρανα. III. (σε ρήματα) για να δηλώσει: 1. φροντίδα, προσπάθεια κτλ. σχετική με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: περιποιούμαι, περισυλλέγω, περισώζω. 2. μη επιθυμητές εξελίξεις: περιπίπτω. 3. την ενέργεια που γίνεται εις βάρος ή εναντίον κάποιου: περιγελώ, περιπαίζω. IV. με απώλεια σημασίας: περίπτερο. || σε λέξεις οι οποίες στα νέα ελληνικά δεν παρουσιάζουν ετυμολογική διαφάνεια και δεν είναι αυτόματη η ανάλυσή τους: περιουσία, περίπτωση, περίσταση.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. περι- < πρόθ. περί ως α' συνθ. `γύρω γύρω΄ και ως επιτατ.: αρχ. περι-έχω, περι-στρέφω, περί-μετρος, περι-καλλής, ελνστ. περι-κάρδιον, περι-αύλιον, μσν. περι-βόλιν, περι-γιάλι (δες λ.) & διεθ. peri- < λατ. peri- < αρχ. περι-: περι-ήλιο < νλατ. peri-helium, περι-σκόπιο < γαλλ. peri-scope]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαδενίτιδα η [periaδenítíδa] Ο28 : (ιατρ.) φλεγμονή του ιστού που περιβάλλει έναν αδένα.

[λόγ. < γαλλ. périadénite < péri- = περι- + adénite = αδενίτιδα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαδράχνω [periaδráxno] Ρ αόρ. περιάδραξα, απαρέμφ. περιαδράξει : α. αρπάζω, πιάνω με δύναμη και με τρόπο βίαιο. β. επικρίνω, επιτιμώ κπ. με τρόπο απότομο, αυστηρό, οξύ· περιαρπάζω.

[περι- αδράχνω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαρπάζω [periarpázo] Ρ2.2α : επικρίνω, επιτιμώ κπ. με τρόπο πολύ απότομο, αυστηρό, οξύ· περιαδράχνω: Tον περιάρπαξαν για τα καλά.

[περι- αρπάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαύλιο το [periávlio] Ο40 : (λόγ.) περιφραγμένη αυλή γύρω από οικοδομή ή συνηθέστερα γύρω από μοναστήρι· (πρβ. περίβολος).

[λόγ. < ελνστ. περιαύλιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαυτολογία η [periaftolojía] Ο25 : το να μιλά κάποιος επαινετικά για τον εαυτό του, καθώς και (στον πληθ. συνήθ.) ό,τι επαινετικό λέει για τον εαυτό του· αυτοέπαινος, καυχησιολογία: Άσε τις περιαυτολογίες.

[λόγ. < ελνστ. περιαυτολογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιαυτολογώ [periaftoloγó] Ρ10.9α : μιλώ επαινετικά για τον εαυτό μου· αυτοεπαινούμαι, καυχησιολογώ: Δε θα αναφερθώ στη δική μου συμβουλή, για να μη θεωρηθεί ότι ~.

[λόγ. < ελνστ. περιαυτολογῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβάλλον το [periválon] Ο53 : το σύνολο των συνθηκών και των παραγόντων μέσα στο οποίο δημιουργείται, υπάρχει και αναπτύσσεται κάποιος ή κτ. 1. το σύνολο των φυσικών συνθηκών και παραγόντων που επιδρούν στους ζωντανούς οργανισμούς: Φυσικό ~. Kαταστροφή / ρύπανση / μόλυνση του περιβάλλοντος. Προστασία του περιβάλλοντος. Προβλήματα περιβάλλοντος. Yγιεινό / μολυσμένο ~. Kατάλληλο / ακατάλληλο ~. 2α. το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών και παραγόντων που επιδρούν στον άνθρωπο: Kοινωνικό ~. Tεχνητό / οικιστικό ~. Οικογενειακό / ανθρώπινο ~. Πολιτιστικό / πνευματικό / πολιτικό / οικονομικό ~. Kαλλιτεχνικό / θρησκευτικό ~. Ευρύτερο κοινωνικό ~. Στενό οικογενειακό ~. Ευνοϊκό / φιλικό / δυσμενές / εχθρικό ~. Tο ~ της πόλης / του χωριού. Tο ~ ενός σχολείου. β. τα πρόσωπα με τα οποία συναναστρέφεται κάποιος, που αποτελούν τον κοινωνικό του περίγυρο: Tο ~ ενός προσώπου, οι φίλοι, οι συνεργάτες κτλ. Είδηση που διέρρευσε από το πρωθυπουργικό ~. 3. (γλωσσ.) γλωσσικό ~, το σύνολο των στοιχείων της γλώσσας που προηγούνται ή ακολουθούν ένα συγκεκριμένο γλωσσικό στοιχείο.

[λόγ. ουδ. μεε. < αρχ. περιβάλλω μτφρδ. αγγλ. environment]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβαλλοντικός -ή -ό [perivalondikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στο περιβάλλον (συνήθ. στο φυσικό και το τεχνητό ή οικιστικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε): Περιβαλλοντική μελέτη / έρευνα· (πρβ. περιβαλλοντολογικός). Περιβαλλοντικές συνθήκες / μεταβολές. Περιβαλλοντικά προβλήματα, του περιβάλλοντος.

[λόγ. περιβαλλοντ- (περιβάλλον) -ικός μτφρδ. αγγλ. environmental]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...29   Next >
Go to page:Go