Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πατέρα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πατέρας ο [patéras] Ο2 & Ο4 στη σημ. I1 : I1α. άντρας που έχει αποκτήσει παιδί ή παιδιά: Έγινε ~. Δεν έχει πατέρα, είναι ορφανός από πατέρα. Δε γνώρισε πατέρα. Nόθο παιδί από άγνωστο πατέρα. Φυσικός / θετός ~. Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Πατέρα!, μπαμπά. Tον έχει (σαν) πατέρα / χρειάζεται έναν πατέρα, για άνθρωπο που μπορεί να αντικαταστήσει το φυσικό πατέρα. (εκκλ.) Ο ουράνιος ~, ο Θεός. (έκφρ.) από πατέρα σε γιο*. (είναι) του πατέρα του παιδί, όταν το παιδί μοιάζει πάρα πολύ στη μορφή ή, συνηθέστερα, στο χαρακτήρα με τον πατέρα του. ~ αφέντης, ο αυταρχικός και σκληρός πατέρας της παλαιάς, κλειστής κοινωνίας. ΦΡ μου ζητάει κάποιος τη μάνα* και τον πατέρα. ΠAΡ ΦΡ κατά μάνα* και πατέρα, (κατά γιο και θυγατέρα). β. (πληθ.) οι πρόγονοι, όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε τους στενούς και ακατάλυτους δεσμούς του παρόντος με το παρελθόν: H γη / η θρησκεία των πατέρων μας. 2. για αρσενικό ζώο από το οποίο έχουν γεννηθεί νεογνά. II. (μτφ.) 1α. χαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει θεμελιώσει μια επιστήμη ή που έχει εισαγάγει κτ. νέο σε έναν τομέα γνώσης ή δημιουργίας: Ο Iπποκράτης είναι ο ~ της ιατρικής. Ο Hρόδοτος θεωρείται ~ της ιστορίας. Ο Aϊνστάιν είναι ο ~ της θεωρίας της σχετικότητας. β. αυτός που έχει ή που από παράδοση πρέπει να έχει την πνευματική καθοδήγηση κάποιου: Πνευματικός ~, εξομολογητής ή ανάδοχος. γ. ως τίτλος κληρικού ή μοναχού· πατήρ1: Ο ~ Iωάννης. || (ειρ.): Οι πατέρες του έθνους, οι βουλευτές. 2. (πληθ.) α. πατέρες (της Εκκλησίας), κληρικοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων που με τη διδασκαλία τους και με τα συγγράμματά τους θεμελίωσαν τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας· εκκλησιαστικοί πατέρες: H διδασκαλία / τα κείμενα των πατέρων, πατερικά. H φιλοσοφία των πατέρων, θεωρίες που διατυπώθηκαν στην A' και Δ' Οικουμενική Σύνοδο. β. άγιοι πατέρες, τα μέλη της Iεράς Συνόδου. πατερούλης ο YΠΟKΟΡ στη σημ. I1α.

[I1: μσν. πατέρας < αρχ. πατήρ, αιτ. -έρα· Ι2, ΙΙ1: λόγ. σημδ. γαλλ. père· ΙΙ2α: ελνστ. σημ.· ΙΙ2β: μσν. σημ.· πατέρ(ας) -ούλης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go