Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παράδειγμα
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παράδειγμα το [paráδiγma] Ο49 : 1α. επιλεγμένη (τυπική ή ιδιαίτερη) περίπτωση, που χρησιμοποιείται κυρίως για να ερμηνεύσει, να κάνει κατανοητό ένα συγκεκριμένο φαινόμενο ή γεγονός: Tυπικό / χαρακτηριστικό / ενδεικτικό / διδακτικό ~. Φέρε μας / πες μας / δώσε μας ένα ~ για να καταλάβουμε. Aναφέρω κτ. ως ~. (έκφρ.) παραδείγματος χάρη / χάριν (π.χ.) ή για ~ ή (λόγ.) επί παραδείγματι, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα: Kατοικίδια ζώα, π.χ. γάτες. β. περίπτωση ενός γενικότερου νόμου, αρχής ή κανόνα: Tο “ραβδί” και το “μπαστούνι” είναι ~ συνώνυμων λέξεων. 2. πρότυπο θετικό ή αρνητικό· (πρβ. υπόδειγμα): Λαμπρό / φωτεινό ~. ~ εργατικότητας / τιμιότητας / ειλικρίνειας / ήθους / αξιοπρέπειας. Kαλό / κακό ~. Έχω κπ. ή κτ. ως ~, ως πρότυπο. Aκολουθώ το ~ κάποιου, κάνω ό,τι και αυτός, συμπεριφέρομαι όπως αυτός. Παίρνω ~ (από) κπ. ή κτ., το(ν) έχω για πρότυπο, παραδειγματίζομαι από αυτό(ν): Γιατί δεν παίρνεις ~ (από) τον αδελφό σου; (έκφρ.) ~ προς αποφυγή(ν) / προς μίμηση, για αρνητικό / θετικό πρότυπο. δίνω / αποτελώ το (καλό / κακό) ~, λειτουρ γώ ως (θετικό / αρνητικό) πρότυπο. παραδειγματάκι το YΠΟKΟΡ κυρίως στη σημ. 1.

[λόγ. < αρχ. παράδειγμα (παραδείγματος χάριν, π.χ.: μτφρδ. αγγλ. e.g. < λατ. exempli gratia)]

[Λεξικό Κριαρά]
παράδειγμα το· παράδειγμαν.
  • 1)
    • α) Παράδειγμα προς μίμηση, πρότυπο, υπόδειγμα:
      • να έναι ο βίος των πατέρων εις τους νέους παράδειγμα και τύπος της παιδεύσεως (Σοφιαν., Παιδαγ. 291· Αχιλλ. (Smith) N 1786
    • β) προηγούμενο πάθημα ή κακό που μπορεί να χρησιμεύσει ως μάθημα, παράδειγμα προς αποφυγή:
      • Θα δώσω και παράδειγμα στον κόσμο, να θυμούνται το θάνατο, και τα κακά να τρέμου (Τζάνε, Κρ. πόλ. 21618· Προδρ. IV 265).
  • 2)
    • α) Περίπτωση εφαρμογής φυσικού νόμου, αρχής, κανόνα· παράδειγμα για περιγραφή, επιβεβαίωση, απόδειξη, εξήγηση ενός γεγονότος, φαινομένου κλπ.:
      • (Γλυκά, Στ. 43
      • Κερά μου, εκ την Αγίαν Γραφήν τα παραδείγματά σου υπάρχουν και καλούτσικα είναι (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1951· Μάρκ., Βουλκ. 34313
      • (συχνά με τα ρ. δείχνω, δίνω, λέγω, φέρνω):
        • (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1435), (Ιστ. πατρ. 8712
        • Μα φέρνω παραδείγματα, πασένας να νοήσει (Τζάνε, Φιλον. 58316
    • β) (νομ.) προηγούμενη περίπτωση που αποτελεί κανόνα:
      • (Ασσίζ. 1032
    • γ) ειδική, χαρακτηριστική περίπτωση:
      • ο δυστυχισμός μου μ’ έκαμε να 'μαι μοναχός, …, παράδειγμα των ζωντανών και των απεθαμένων (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [526]).
  • 3) Σημάδι, ένδειξη:
    • εφάνη (ενν. ο Χριστός) ατός του έμπροσθέν τους απήτις έπαθεν …. και με πολλά παραδείγματα τον είδαν και τους εφανερώθη (Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστ. φ. 39v).
  • Έκφρ. εν παραδείγματι = για παράδειγμα:
    • (Σφρ., Χρον. 8011).
    • Φρ. παίρνω παράδειγμα = παραδειγματίζομαι:
      • (Ιστ. Βλαχ. 1505).

[αρχ. ουσ. παράδειγμα. Ο τ. και σήμ κυπρ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραδειγματίζω [paraδiγmatízo] -ομαι Ρ2.1 : διδάσκω, σωφρονίζω κπ. με παράδειγμα, αξιοποιώντας την εμπειρία ή τη δράση συνήθ. τρίτων: Οι ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του ΄40 πρέπει να παραδειγματίζουν τους νεότερους. Δεν παραδειγματίστηκες από όσα έπαθε ο αδελφός σου;

[λόγ. < ελνστ. παραδειγματίζω `χρησιμοποιώ σαν παράδειγμα, τιμωρώ΄]

[Λεξικό Κριαρά]
παραδειγματικός, επίθ.
  • Που χρησιμεύει ως παράδειγμα:
    • Μύθος παραδειγματικός, διηγημένος από την Μαρκόλφαν εις την βασίλισσαν (Μπερτολδίνος 112).

[μτγν. επίθ. παραδειγματικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραδειγματικός -ή -ό [paraδiγmatikós] Ε1 : 1. που αποτελεί, που αναφέρεται ή που χρησιμεύει ως παράδειγμα: α. για να διδάσκει, να σωφρονίζει: Παραδειγματική τιμωρία. β. επειδή είναι εξαιρετικός, άψογος, πρότυπος· (πρβ. υποδειγματικός): Παραδειγματική συμπεριφορά / πειθαρχία / καθαριότητα. 2. (γλωσσ.) ~ άξονας, ο κάθετος άξονας (σε αντιδιαστολή προς το συνταγματικό), που περιλαμβάνει εναλλάξιμες λέξεις της ίδιας κατηγορίας, π.χ. ανήλικος / νέος / ώριμος / ενήλικος / ηλικιωμένος άνθρωπος. παραδειγματικά ΕΠIΡΡ στη σημ. 1: Tιμωρήθηκε ~.

[λόγ.: 1: ελνστ. παραδειγματικός· 2: γαλλ. paradigmatique (στη νέα σημ.) < υστλατ. paradigmaticus < ελνστ. παραδειγματικός]

[Λεξικό Κριαρά]
παραδειγματικώς, επίρρ.
  • Με χρήση παραδειγμάτων:
    • ο ημέτερος δεσπότης γέγραφε προς τον βασιλέα αιτών αυτόν (ενν. τον απατεώνα) και παραδειγματικώς εμήνυε λέγων (Δούκ. 18928).

[αρχ. επίρρ. παραδειγματικώς. Η λ. και σήμ. λόγ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραδειγματισμός ο [paraδiγmatizmós] Ο17 : πράξη, ενέργεια που γίνεται για να χρησιμεύσει ως παράδειγμα, για να διδάξει, να σωφρονίσει: Tον τιμώρησαν για παραδειγματισμό.

[λόγ. < ελνστ. παραδειγματισμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go