Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οἴκοθεν
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οίκοθεν [íkoθen] επίρρ. : μόνο στη λόγια έκφραση ~ νοείται, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς.

[λόγ. < αρχ. οἴκοθεν `από το σπίτι΄ σημδ. γερμ. von Hause aus(;)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go