Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ος
115 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
ος, αντων. άκλ.
  • 1)
    • α) Στη θέση της άκλ. αναφορ. αντων. που ή της κλιτής αναφορ. αντων. ο οποίος (και στα τρία γένη και σ’ όλες τις πτώσεις):
      • εφύτεψεν ο κύριος ο Θεός περιβόλι … κι έβαλεν εκεί τον άνθρωπο ος έπλασεν (Πεντ. Γέν. II 8· αυτ. Γέν. V 29), (αυτ. Δευτ. III 4
      • (με παράλ. του ρ.):
        • το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά και όλο το ξύγγι ος ιπί την κοιλιά (αυτ. Λευιτ. III 9· αυτ. Γέν. XXXV 4
    • β) ως απόδοση της πρόθ. εις και της αναφορ. αντων. οποίος:
      • ήρτα σήμερα εις προς τη βρύση και είπα: « ….αν είσαι (ενν. Κύριε) εδά καταβγοδώνεις τη στράτα μου ος εγώ πάγω απάνου της (αυτ. Γέν. XXIV 42).
  • 2) Στη θέση της αναφορ. αντων. ο οποίος και της συσχετικής δεικτ. αυτός:
    • μόνε ος έφαγαν τα παλληκάρια και μερτικό των ανθρώπων ος επήγαν μετ’ εμέν, …, εκείνοι να πάρουν το μερτικό τους (αυτ. Γέν. XIV 24
    • (εδώ έναρθρο):
      • (αυτ. Γέν. IX 24
      • τώρα υιέ μου, άκουσε εις τη φωνή μου, εις το ος εγώ παραγγέλνω εσέν (αυτ. Γέν. XXVII 8).
  • 3) Με προηγ. το επίθ. πας στη θέση της αναφορ. αντων. όποιος, -α, -ο:
    • παν ος δεν είναι κουκκωτό και παρδαλό εις τα γίδια και μαύρο εις τα πρόβατα (αυτ. Γέν. XXX 33
  • 4) Στη θέση της αναφορ. ποσοτ. αντων. όσος:
    • απόμεινεν μόνε ο Νοάχ και ος μετά κείνον εις το κιβωτό (αυτ. Γέν. VII 23
    • έκφρ. (το) όλο ος, βλ. όλος Έκφρ. 9.
  • 5) Στη θέση του αναφορ. τοπ. επιρρ. όπου:
    • εδιάβην (ενν. ο Αβραάμ) … ως το τόπο ός ήτον εκεί η τέντα του (αυτ. Γέν. XIII 3· αυτ. Έξ. V 11).
  • 6) Στη θέση του χρον. συνδ. όταν:
    • να δώσεις το ποτήρι του Φαραώ εις το χέρι του σαν το μόδο το πρώτο ος ήσον πικέρνης του (αυτ. Γέν. XL 13).
  • 7) Στη θέση του αιτ. συνδ. επειδή:
    • (αυτ. Γέν. XXXIV 27
    • έδωσεν ο Θεός το μιστάρι μου, ος έδωσα τη σκλάβα μου του αντρός μου (αυτ. Γέν. XXX 18).
  • 8) Στη θέση του τελικού συνδ. για να:
    • έστησεν τα ραβδιά … εις τις ποτίστρες του νερού ος να έρτουν το ποίμνιο να πιουν (αυτ. Γέν. XXX 38).
  • 9) Στη θέση του ειδικού συνδ. ότι:
    • αν δεν κάμετε έτσι, ιδού εφταίξετε του Κύριου και ξέρετε το φταίξιμό σας ος να εύρει εσάς (αυτ. Αρ. XXXII 23).

[αρχ. αντων. ος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ος η ο [ós] αντων. αναφ. : (λόγ.) μόνο στις εκφράσεις ο περί ου ο λόγος*. εκ των ων ουκ άνευ*. καθ΄ ο ή καθ΄ α, λόγω του ότι. ο μη γένοιτο*. εξ ου, από το οποίο. καθ΄ ου, εναντίον του οποίου. (απαρχ.) ων ουκ έστι* αριθμός. ο γέγονε γέγονε, αποδοχή μιας άσχημης κατάστασης που δεν μπορεί να διορθωθεί. ΣYN έκφρ. ό,τι έγινε έγινε.

[λόγ. < αρχ. ὅς]

[Λεξικό Κριαρά]
όσα, επίρρ.
— Βλ. και όσον.
  • 1) (Με ποσοτική σημασ.)
    • α) Σε όσο βαθμό, όσο:
      • (Χρον. Μορ. H 8327), (Συναξ. γυν. 703
    • β) (αναφέρεται στο δεικτ. επίρρ. τόσον):
      • όσα 'πό 'ξαυτόν της ξωμακρίζω τόσον περίτου αξάφτω (Κυπρ. ερωτ. 648).
  • 2) (Με επόμ. το (και) αν εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. ενδοτική πρόταση):
    • εσκότωσαν (ενν. οι γιανιτσάροι) τον βασιλιά όσα και αν αντρειωνέτον (Θρ. Κων/π. διάλ. 17· Κυπρ. ερωτ. 11733).

[αρχ. επίρρ. όσα. Η λ. και σήμ. ποντ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οσάκις [osákis] επίρρ. : (λόγ.) κάθε φορά που.

[λόγ. < αρχ. ὁσάκις]

[Λεξικό Κριαρά]
όσι, μόρ.,
βλ. όχι.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οσιομάρτυρας ο [osiomártiras] Ο5 θηλ. οσιομάρτυρας [osiomártiras] : (εκκλ.) όσιος που πέθανε με μαρτυρικό θάνατο, επειδή αρνήθηκε να αποκηρύξει την πίστη του.

[λόγ. < μσν. οσιομάρτυς, αιτ. -υρα < όσι(ος) -ο- + μάρτυς· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Κριαρά]
οσιομάρτυς ο, η.
  • Ασκητής που μαρτύρησε για τη χριστιανική πίστη:
    • όμως ελυπείτο (ενν. ο ασκητής Σάββας) …, πως δεν τον ηξίωσεν ο Θεός να συναποθάνει … με τους λοιπούς εκείνους οσιομάρτυρας (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 81· Παϊσ. Ιστ. Σινά 303).

[<επίθ. όσιος + ουσ. μάρτυς. Η λ. τον 9. αι. και σήμ. (‑ρας)]

[Λεξικό Κριαρά]
οσιοπαρθενομάρτυς η.
  • Η παρθένος που ασκήτευσε και μαρτύρησε για τη χριστιανική πίστη:
    • η πανεύφημος οσιοπαρθενομάρτυς του Χριστού Παρασκευή (Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 1732223).

[<επίθ. όσιος + παρθένος + ουσ. μάρτυς]

[Λεξικό Κριαρά]
όσιος, επίθ.
  • 1) Ενάρετος· σεβαστός:
    • (Ριμ. Βελ. ρ 12).
  • 2) Αφοσιωμένος στο Θεό, ευσεβής, άγιος:
    • (Καναν. 467), (Διήγ. ωραιότ. 79).
  • 3) (Στον υπερθ.) ως τιμητικός τίτλος μοναχού ή μοναχής:
    • η οσιοτάτη μοναχή κερά Μακαρία (Διαθ. Ηγουμ. Μακαρίας 1642).
  • Το αρσ. και το θηλ. ως ουσ. = ο ασκητής που έζησε κατά Χριστό και που καθαγιάστηκε από την Εκκλησία:
    • ω παρθένε δέσποινα, …, οσίων αγαλλίαμα και ασκητών λαμπρότης (Εις Θεοτ. 9· Αρσ., Κόπ. διατρ. [1047]).

[αρχ. επίθ. όσιος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όσιος -α -ο [ósios] Ε6 θηλ. και οσία : 1. ως επιτατικό στις ΦΡ τα ιερά και τα όσια, ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος. δεν έχει ούτε ιερό* ούτε όσιο. 2. (και ως ουσ.) ο όσιος, θηλ. οσία, χαρακτηρισμός χριστιανού μοναχού ή ασκη τή για τον οποίο αναγνωρίστηκε επίσημα από την εκκλησία ότι έζησε απόλυτα σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας: Όσιοι, μάρτυρες και ομολογητές. Ο ~ Xριστόδουλος, ιδρυτής του μοναστηριού στην Πάτμο. ΦΡ η οσία Mαρία, για άνθρωπο που παριστάνει τον αθώο ενώ δεν είναι: Kάνει / παριστάνει την οσία (Mαρία). Ήρθε να μου μιλήσει σαν την οσία Mαρία. είναι / έγινε σαν ~, έχει πολύ αδυνατισμένο πρόσωπο.

[λόγ. < ελνστ. ὅσιος, αρχ. σημ.: `σύμφωνος με το νόμο του θεού ή της φύσης, ευσεβής΄]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...12   Next >
Go to page:Go