Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ορυκτό
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτό το [oriktó] Ο38 : γενική ονομασία των φυσικών ουσιών, συνήθ. στερεών και ανόργανων, που συγκροτούν το στερεό φλοιό της γης και ιδίως εκείνων που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον άνθρω πο: Φυσικές / χημικές ιδιότητες ενός ορυκτού. Εξόρυξη / εκμετάλλευση των ορυκτών. Xώρα πλούσια σε μάρμαρα, μεταλλεύματα και άλλα ορυκτά. Ένα ~ πλούσιο σε μέταλλα, μετάλλευμα. || Mεταλλικά ορυκτά.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ορυκτός σημδ. γαλλ. minéral]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτογεωλογία η [oriktojeolojía] Ο25 : (γεωλ.) κλάδος της γεωλογίας που ασχολείται με τη δημιουργία, τη σύσταση κτλ. των ορυκτών.

[λόγ. < γαλλ. oryctogéologie < orycto- = ορυκτ(όν) -ο- + géologie = γεωλογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτολογία η [oriktolojía] Ο25 : η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέ τη των ορυκτών: Γενική / ειδική ~. Mάθημα / εγχειρίδιο ορυκτολογίας.

[λόγ. < γαλλ. oryctologie < orycto- = ορυκτ(όν) -ο- + -logie = -λογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτολογικός -ή -ό [oriktolojikós] Ε1 : που αναφέρεται στην ορυκτολογία: Ορυκτολογικές έρευνες / μελέτες.

[λόγ. < γαλλ. oryctologique < oryctolog(ie) = ορυκτολογ(ία) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτολόγος ο [oriktolóγos] Ο18 θηλ. ορυκτολόγος [oriktolóγos] Ο35 : επιστήμονας που ασχολείται με την ορυκτολογία.

[λόγ. < γαλλ. orycto logue < orycto(logie) = ορυκτο(λογία) -logue = -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Κριαρά]
ορυκτός, επίθ.
  • α) Σκαμμένος:
    • (Ερμον. Ω 197
  • β) έγγλυφος, σκαλισμένος:
    • πέτραν ευρίσκεις ορυκτήν μετά του εργαλείου (Παϊσ. Ιστ. Σινά 1460).

[αρχ. επίθ. ορυκτός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορυκτός -ή -ό [oriktós] Ε1 : 1. που ανήκει στα ορυκτά, που είναι ορυκτό: Ορυκτό αλάτι / ρετσίνι. 2. που προέρχεται από ορυκτό: Ορυκτά έλαια / καύσιμα. || Ο ~ πλούτος μιας χώρας, το σύνολο των εκμεταλλεύσιμων ορυκτών της.

[λόγ. < αρχ. ὀρυκτός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go