Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ορισμός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορισμός ο [orizmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ορίζω. 1α. (σπάν.) καθορισμός: ~ κηδεμόνα σε ανήλικα ορφανά. β. πρόταση ή περίοδος στην οποία περιγράφονται τα κυριότερα χαρακτηριστικά μιας λέξης ή γενικά μιας έννοιας: Δίνω / κάνω έναν ορισμό. Σαφής / ακριβής / σύντομος ~. Οι ορισμοί των λημμάτων ενός λεξικού, τα ερμηνεύματα που αντιστοιχούν σε κάθε σημασία: Ετυμολογικός ~. Ο ~ της δικαιοσύνης / της αρετής. Φιλοσοφικός ~. Ο ~ της τραγωδίας κατά τον Aριστοτέλη. (έκφρ.) εξ ορισμού, ως συνέπεια λογικών συμβάσεων που εξαρχής έγιναν αποδεκτές: Εξ ορισμού δεχόμαστε ότι το παραλληλόγραμμο έχει τις τέσσερις πλευρές του ανά δύο παράλληλες. 2. (λαϊκότρ.) α. διαταγή, εντο λή, παραγγελία, συνήθ. στην έκφραση (είμαι) στους ορισμούς σου, είμαι στη διάθεσή σου. β. επιθυμία.

[1: λόγ. < αρχ. ὁρισμός· 2: ελνστ. ὁρισμός `ψήφισμα, θέσπισμα΄]

[Λεξικό Κριαρά]
ορισμός ο· 'ρισμός.
  • 1)
    • α) Διαταγή, εντολή:
      • πράξω και τους ορισμούς και τα προστάγματά σου (Φλώρ. 173
      • ο δουλευτής … τ’ αφέντη του τον ορισμό πλερώνει (Ερωτόκρ. Δ́ 786
      • (ως σύστ. αντικ.):
        • έμελλε να ορίσει άλλον ορισμόν (Μαχ. 65420
        • τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω (Χρον. Μορ. P 4473
      • (προκ. για το Θεό, τους αγίους ή την εκκλησία):
        • πρόσταγμα και ορισμός Κυρίου (Πένθ. θαν. 631
        • εχάλασες τον ορισμόν των αγίων (Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 63 (έκδ. οργισμόν)
        • να φυλάγουσι τον ορισμόν της εκκλησίας (Ροδινός 143
      • (προκ. για τον προφήτη Μωάμεθ):
        • φυλάγει τον ορισμόν του προφήτου (Διγ. Άνδρ. 32719
    • β) έγγραφη διαταγή:
      • άνοιξε τον ορισμόν του ρηγός και τον εδιάβασαν, ότι να τον έχουν δια μπάιλόν τους (Δωρ. Μον. XLI
      • απέστειλεν αυτόν μετά φοβερού ορισμού εις την Χίο …, ίνα καθώς ιδούν και αναγνώσουν τον ορισμόν της βασιλείας αυτού να του παραδώσουν το κάστρον (Κώδ. Χρονογρ. 49 δις
    • γ) έγγραφο με το οποίο παραχωρούνται δικαιώματα ή προνομιακή μεταχείριση, παραχωρητήριο:
      • εγώ βασιλεύς σουλτάν Μεχεμέτης διά του παρόντος μου εγγράφου ορισμού κάμνω ψυχικόν εις τον βασιλέαν της πόλης Κωνσταντίνον τον Παλαιολόγον (Ιστ. πατρ. 16716
      • ο σουλτάνος … ορισμόν τους έδωσε ότι να είναι ελεύτεροι από άπασαν εγγαρείαν. Και ούτως εγράφτη ο ορισμός εις την ώρα εκείνην (Χρον. σουλτ. 13332, 33
    • δ) νομική διάταξη:
      • διά τους αρχηγούς εθεσπίστην, ότι πάντες … εντέχεται να ζιουν με ειρήνη και με ανάπαυσιν … και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους· και είτινες θελήσουν να παν καταπρόσωπα τούτους τους καλούς ορισμούς … (Ασσίζ. 45430).
  • 2)
    • α) Εξουσία, κυριαρχία σε τόπο:
      • ο βασιλεύς … γυρεύει να επάρει πολύν ορισμόν και κάστρη και χώρας (Διήγ. Αλ. V 29
      • (μεταφ.):
        • αφ’ την θνήσιν … να βρίσκουνται (ενν. τα σπίτια) κλεισμένα, βουλλωμένα, κι απ’ ορισμόν της σανιτάς να 'ναιν διαυθεντεμένα (Γεωργηλ., Θαν. 71
    • β) εξουσία, δικαιοδοσία:
      • Τον Πέντε-Βόιον εις εξουσιάν, είτα σ’ ορισμόν του (ενν. του πάπα), εις χείρας του τον έδωκεν (ενν. ο Μερκούριος) ως σκλάβον εδικόν του (Κορων., Μπούας 72
      • να μείνομεν εις τον ορισμόν σου και εις την αφεντίαν σου (Μαχ. 60013
      • (μεταφ.):
        • αφήννω 'δά στον ορισμόν σου όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου (Κυπρ. ερωτ. 223).
  • 3)
    • α) Θέληση, επιθυμία:
      • Θεέ μεγαλοδύναμε, αν είναι ορισμός σου …, … δος σ’ αυτούς τα σπίτια τους (Διακρούσ. 1147
      • Πατήρ μου …, τον ορισμόν, το θέλημαν τό έχρηζες έποικά το (Ιμπ. 451
      • προς εμέν την ήφερα δίχως τον ορισμόν της (Φαλιέρ., Ιστ. 448
    • β) καλή, φιλεύσπλαχνη διάθεση:
      • Εγώ παρακαλώ τον ορισμόν του (ενν. του χάρου) για να λευτερωθώ τέλεια (Κυπρ. ερωτ. 149).
  • 4)
    • α) Άδεια, συγκατάθεση:
      • Δος μου ορισμόν εμέν του δούλου σου να σου συντύχω· παρακαλώ πολλά … να μου ακούσεις (Μαχ. 18224
      • εζήτησεν … του ρηγός να της δώσει ορισμόν και τόπον να κτίσει ναόν του Τιμίου Σταυρού (Μαχ. 6833
      • Εάν η γυναίκα … μείνει έξω του οίκου της άνευ του ορισμού του ανδρός αυτής, χωρίζεται (Ελλην. νόμ. 5384
      • έκφρ. με τον ορισμόν σου = εφόσον το εγκρίνεις:
        • (Διγ. Άνδρ. 39332
    • β) άδεια αναχώρησης:
      • Οι μαντατοφόροι … επήραν ορισμόν και επήγαν εις το Κάργιος (Μαχ. 15827
      • έδωκέν τους ορισμόν να στραφούν εις την Αμόχουστον και να ποίσουν το ταξίδιν τους (Μαχ. 1789
    • γ) άδεια άσκησης επαγγέλματος:
      • αν ευρεθεί (ενν. ο ξενικός ιατρός) άξιος να γιατρέψει, ο επίσκοπος να του δώσει ορισμόν … να γιατρεύγει όπου θέλει εις την χώραν (Ασσίζ. 4382· 4387).
  • 5) Λόγος, ομιλία, κουβέντα:
    • Επαίνεσαν τον ορισμόν του θαυμαστού Αχιλλέως (Αχιλλ. Ο 170).
  • Φρ.
  • 1) Βγαίνω εκ τον ορισμόν κάπ. = παρακούω κάπ., απειθώ σε κάπ. (πβ. και βγαίνω 25):
    • (Ερωφ. Έ 328· Χούμνου, Κοσμογ. 310).
  • 2)
  • α) Βγάνω ορισμό, βλ. βγάνω 37·
  • β) δίδω ορισμόν, βλ. δίδω IÁ12 φρ.
  • 3)
  • α) Είμαι αποκάτω τον ορισμόν σου, βλ. αποκάτω (I)3β φρ.·
  • β) είμαι εις ορισμόν (κάπ.), βλ. είμαι Γ́5·
  • γ) είμαι εις τους ορισμούς (κάπ.) = (προκ. για πράγμα) είμαι στη διάθεση κάπ.:
    • (Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 11211
  • δ) είμαι του ορισμού κάπ. = ανήκω στην εξουσία κάπ.:
    • (Αχιλλ. (Smith) N 1633).
  • 4) Κάνω ορισμόν, βλ. κάμνω Φρ. 85.
  • 5) Περνώ τον ορισμό (του Κυρίου) = παραβαίνω τις εντολές (του Κυρίου):
    • (Πεντ. Αρ. ΧXIV 13).
  • 6) Ποιώ ορισμόν = διατάζω:
    • (Μαχ. 52017).

[αρχ. ουσ. ορισμός. H λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go