Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ονειροπαρμένος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ονειροπαρμένος -η -ο [oniroparménos] Ε3 : (ιδ. για πρόσ.) που επηρεάζεται υπερβολικά από τα δημιουργήματα της φαντασίας του με αποτέλεσμα να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα: ~ άνθρωπος. Ονειροπαρμένο βλέμμα. || (ως ουσ.).

[όνειρ(ο) -ο- + παρμένος μππ. του παίρνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go