Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ομώς
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όμως [ómos] σύνδ. αντιθ. : συχνά και ύστερα από τελεία ή άνω τελεία· μπορεί να βρίσκεται στην αρχή, στο τέλος ή μετά την πρώτη ή περισσότερες λέξεις της πρότασης την οποία συνδέει αντιθετικά με τα προηγούμενα· αλλά, μα: 1α. (συχνά με το αλλά): Είναι πανέξυπνος, ~ δε διαβάζει. Bρήκε δουλειά, αλλά ~ είναι πολύ κουραστική. Yπέφερε πολύ, αλλά ~ δεν έλεγε τίποτε. Mια μέρα ~ δε βάσταξε. Δε θα κάνουμε συζήτηση, ~ δυο λόγια θα ΄πρεπε να πούμε. Σήμερα όχι, αύριο ~ οπωσδήποτε. Γέρασε, διατηρεί ~ ακόμη την παλιά του γοητεία. || συχνά η αντίθεση είναι προς κτ. που εννοείται: Δεν ήρθαν όλοι· αλλά ~ και πού θα χωρούσαμε;, αν ερχόταν όλοι. α1. με το και σε έντονη αντίθεση, εναντίωση· παρ΄ όλα αυτά: Περνούσε άσχημα, κι ~ δεν παραπονέθηκε ποτέ σε κανέναν. Kαι ~ εξακολουθώ να πιστεύω πως κάτι δεν πάει καλά, για την περίπτωση που ο ομιλητής δε συμφωνεί με τη γνώμη ή τις απόψεις που γενικά ισχύουν. α2. (αλλά) ~ …και, όταν υπάρχει άρνηση και στα δύο μέλη ή όταν το β' μέλος εκφράζει μια πληροφορία ισότιμης αξίας με αυτήν του α' μέλους: Δεν είναι δυσαρεστημένος, αλλά ~ ούτε και ευχαριστημένος. Δουλεύει σκληρά, αλλά ~ και πληρώνεται και καλά. β. ναι μεν… αλλά ~ και, όταν το β' σε σχέση με το α' μέλος εκφράζει την όχι απόλυτα καθοριστική αλλά ούτε και αμελητέα προϋπόθεση: Nαι μεν κουράζεται αλλά ~ και αμείβεται καλά. γ. (αλλά) ~ και να, ύστερα από αρνητική πρόταση εισάγει παραχωρητική πρόταση: Δε μου ζήτησε τίποτε, αλλά ~ και να μου ζητούσε δε θα του έδινα, αλλά όμως και αν ακόμη… 2. σε διαλόγους συχνά βοηθά τη μετάβαση του ομιλητή σε κτ. συναφές προς τα προηγούμενα· ειδικότερα εισάγει: α. τον όρο ή την απαραίτητη προϋπόθεση που πρέπει να ισχύει για να συμβεί αυτό που έχει αναφερθεί προηγουμένως: Θα έρθω μαζί σας, αλλά ~ υπό έναν όρο. β. αλλά έλα ~ που: το λόγο για τον οποίο ο ομιλητής αισθάνεται ότι είναι δύσκολο αυτό που έχει προαναφερθεί: Πρέπει να μη δίνει σημασία· αλλά έλα ~ που δεν μπορεί. γ. την άποψη του ομιλητή: Άργησα, αλλά ~ δε γινόταν αλλιώς. || σε ερωτήσεις: Σε λίγο ξεκινάμε· ~ γιατί αργούν; δ. έντονη προτροπή ή προσταγή (συνοδεύεται από ανάλογη έγκλιση): Δυσκολεύτηκαν πολύ· αλλά ~ ας μη μιλάμε πια γι΄ αυτά. ε. βοηθά την αφήγηση: Tα χρόνια ~ περνούσαν και η κατάσταση δεν καλυτέρευε. 3. (σε επιφωνηματική χρήση πάντα με το τι και επανάληψη της σχολιαζόμενης λέξης του α' μέλους) σε αναφωνήσεις θαυμασμού ή ικανοποίησης: Ένας μουσακάς, ~ τι μουσακάς!, μα τι μουσακάς!

[αρχ. ὅμως]

[Λεξικό Κριαρά]
όμως, σύνδ.
  • 1) (Για αντιθετική σύνδεση προτάσεων ή περιόδων)
    • α) (μετά καταφ. πρόταση) αλλά, εντούτοις, μα, ωστόσο:
      • (Κυπρ. ερωτ. 9915
      • (επιτ. με προηγ. το σύνδ. αλλά):
        • (Έκθ. Χρον. 832), (Πτωχολ. P 93
      • (εδώ στην απόδοση υποθ. λόγου για να δηλωθεί αντίθεση προς την υπόθεση):
        • κι αν … να βγω 'χ τα πάθη ολπίζω, όμως πλάσιν για σεν δεν απολπίζω (Κυπρ. ερωτ. 708
    • β) (μετά αρνητ. πρόταση) αλλά, μάλλον:
      • Δεν είμαι μετανιωμένος αν αφήκα τη φιλιάσ σου όμως είμαι αναπαμένος (Κυπρ. ερωτ. 11914· Προδρ. II 109).
  • 2)
    • α) (Σε χρ. παρατακτική) και, και λοιπόν, πράγματι:
      • επροσεύχοντο πολλά εις τον Θεόν … Όμως ο Θεός ήκουσε την δέησίν τους (Διγ. Άνδρ. 3135· Έκθ. Χρον. 6210), (Πουλολ. 635
    • β) (σε σχέση αιτιώδη) και γι’ αυτό:
      • (Έκθ. Χρον. 6520
      • πολλά μοχθήσας του εκβαλείν αυτήν εκ της πίστεως του Χριστού, ουκ ηδυνήθη …, όμως απέλυσεν αυτήν (Έκθ. Χρον. 2710).
  • 3) (Μτβ. στην αρχή πρότασης ή περιόδου) λοιπόν, πάντως:
    • Όμως, ει βούλει, μάνθανε και τα του μονοκύθρου (Προδρ. IV 204· Πουλολ. 366).

[αρχ. σύνδ. όμως. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go