Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ομογενής
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
ομογενής, επίθ.
  • Που ανήκει στην ίδια φυλή ή εθνότητα·
    • (εδώ ως ουσ.):
      • τοις ομογενείς … και ομοφύλοις (Σπαν. (Λάμπρ.) Va 388).

[αρχ. επίθ. ομογενής. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομογενής -ής -ές [omojenís] Ε10 : 1. που ανήκει στο ίδιο γένος με κπ. άλλο. ANT αλλογενής. || (ως ουσ.) ο ομογενής, χαρακτηρισμός για κάθε άτομο ελληνικής καταγωγής που ζει μόνιμα στο εξωτερικό: Tο νοσοκομείο χτίστηκε με δωρεά ενός πλούσιου ομογενή. Οι ομογενείς των HΠA / του Kαναδά / της Aυστραλίας, η ομογένεια. 2. που έχει τις ίδιες ιδιότητες με κτ. άλλο: (φυσ.) Ομογενή ηλεκτρικά / μαγνητικά πεδία. (χημ.) Ομογενείς (χημικές) ενώσεις / αντιδράσεις. Ομογενές μείγμα, που έχει την ίδια σύσταση σε όλα του τα σημεία. (μαθημ.) Ομογενείς εξισώσεις.

[λόγ.: 1: αρχ. ὁμογενής· 2: σημδ. γαλλ. homogène (στη νέα σημ.) < μσνλατ. homogenus < αρχ. ὁμογενής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go