Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ξεσπώ
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξεσπώ [ksespó] & -άω Ρ10.4α : εκδηλώνομαι απότομα και βίαια. 1α. για κοινωνικό ή πολιτικό αναβρασμό ή για υποβόσκουσα ανωμαλία: Ξέσπασε κυβερνητική κρίση. Aνάμεσά τους ξέσπασε φοβερή διαμάχη. Ξέσπασε πόλεμος / κύμα απεργιών. β. για φυσικά φαινόμενα: Θα ξεσπάσει θύελλα / καταιγίδα / πυρκαγιά. || Aυτά θα ξεσπάσουν στην καμπούρα μας / στο κεφάλι μας, εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες. 2. για ψυχική εκτόνωση συναισθημάτων τα οποία έχει κάποιος συγκρατήσει ή καταπιέσει: Ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα. Δάγκωσε τα χείλη του, για να μην ξεσπάσει σε γέλια. Tο πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα. || ξεθυμαίνω2: Άλλοι του φταίνε και ξεσπά στα παιδιά. Έρχεται νευριασμένος και ξεσπάει επάνω μου. Άφησέ τον να ξεσπάσει.

[μσν. ξεσπώ < αρχ. ἐκσπῶ `αποσπώ με βία΄ (ἐκ- > ξε-)]

[Λεξικό Κριαρά]
ξεσπώ (I),
βλ. ξεσπάζω (I) ‑σπώ.
[Λεξικό Κριαρά]
ξεσπώ (II),
βλ. ξυσπάζω.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go