Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ξεναγός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξεναγός ο [ksenaγós] Ο17 θηλ. ξεναγός [ksenaγós] Ο34 : αυτός που έχει ως επάγγελμα την ξενάγηση ή αυτός που αναλαμβάνει να ξεναγήσει κπ.: Σχολή ξεναγών. Kάνω τον ξεναγό. Εκτελώ χρέη ξεναγού.

[λόγ. < ελνστ. ξεναγός, αρχ. σημ.: `διοικητής μισθοφόρων΄· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go