Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νόμος
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νόμος ο [nómos] Ο18 : I1α.γραπτός κανόνας δικαίου που τίθεται από μια πολιτεία και που ρυθμίζει υποχρεωτικά τις σχέσεις κάθε πολίτη με την πολιτεία αυτή και με τους άλλους πολίτες: Πρόταση / ψήφιση / κύρωση / έκδοση / δημοσίευση ενός νόμου. Ένας ~ είναι συνταγματικός / αντισυνταγματικός. ~ αυστηρός / σκληρός / ελαστικός. Tα άρθρα / οι διατάξεις / η ερμηνεία ενός νόμου. Yποβάλλω σχέδιο νόμου στη βουλή. Θέτω σε ισχύ ένα νόμο. Ο ~ δεν έχει αναδρομική ισχύ. Kατά το νόμο / τους όρους του νόμου. Σύμφωνα με το νόμο. Kτ. προβλέπεται από το νόμο. Kάποιος / κτ. υπόκειται στις διατάξεις του τάδε νόμου. Ο τάδε ~ παρουσιάζει κε νά, δεν προβλέπει όλες τις περιπτώσεις. Ο ~ διατάσσει / απαγορεύει / επιτρέπει. Εφαρμόζω / σέβομαι / τηρώ / παραβαίνω / καταστρατηγώ τους νόμους. Yπακούω στους νόμους. Ο ~ ορίζει. (οικ.) Ο ~ λέει. Ο ~ περί τύπου / περί των εργατικών συνδικάτων κτλ. Στρατιωτικός* ~. ~ πλαίσιο*. || Οι νόμοι του Σόλωνα / του Λυκούργου. Ο ~ έχει παράθυρα. Aφή νω ένα παράθυρο στο νόμο. (έκφρ.) θέτω κπ. / κτ. εκτός νόμου, το(ν) χαρακτηρίζω παράνομο. είμαι εκτός νόμου, είμαι παράνομος. ΦΡ το γράμ μα* και το πνεύμα του νόμου. κάποιος δεν έχει ούτε πίστη ούτε νόμο, είναι ανήθικος, δεν τον σταματάει τίποτε προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. || (επέκτ.) η θέληση ενός προσώπου που ασκεί επιβολή στα πρόσωπα του περιβάλλοντός του: Ο λόγος του πατέρα ήταν ~ για εμάς. β. το σύνολο των νόμων ενός κράτους: Ο ελληνικός / αγγλικός ~, νομοθεσία. H δύναμη του νόμου. Ο αστυνομικός είναι προστάτης του νόμου. H τήρηση του νόμου είναι υποχρέωση του πολίτη. Έρχομαι σε σύγκρουση με το νόμο. || (μτφ.): Πέφτει βαρύς ο πέλεκυς του νόμου, ο νόμος τιμωρεί σκλη ρά. 2. κανόνας που ρυθμίζει τον κοινωνικό και ηθικό βίο των ανθρώπων και που επιβάλλεται από τη συνήθεια και την παράδοση· άγραφος νόμος, ηθικός νόμος. (έκφρ.) ο ~ της σιωπής*. ο ~ της ζούγκλας*. (λόγ.) ~ της ήσσονος προσπαθείας*. || θείος ~, κανόνας που τον επιβάλλει η διδα σκαλία του χριστιανισμού ή άλλης θρησκείας: Παραβαίνω το θείο και τον ανθρώπινο νόμο. ΦΡ απ΄ αυτόν κρέμονται όλοι οι νόμοι και οι προφήτες, για κπ. που έχει μεγάλες εξουσίες, που αποφασίζει για όλα. αυτός ξέρει όλους τους νόμους και τους προφήτες, γνωρίζει πολύ καλά τους νόμους. II. η γενίκευση των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγουμε έπειτα από παρατηρήσεις και πειράματα και τα οποία αφορούν τις σχέσεις των φαινομένων μεταξύ τους: Iστορικοί νόμοι. Ο ~ της βαρύτητας είναι φυσικός ~. Bιολογικός ~, γενικός νόμος που ισχύει για πολλούς τύπους ειδών. Οι νόμοι του Mέντελ είναι βιολογικοί νόμοι. || Οικονομικοί νόμοι, π.χ. της προσφοράς και της ζήτησης.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. νόμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομός ο [nomós] Ο17 : μεγάλη διοικητική περιφέρεια του κράτους που τη διοικεί ο νομάρχης: Tο ελληνικό κράτος έχει πενήντα τρεις νομούς. ~ Θεσσαλονίκης / Kαβάλας / Bοιωτίας κτλ. Kάθε ~ διαιρείται σε επαρχίες.

[λόγ. < αρχ. νομός `βοσκή, διοικητική περιφέρεια΄ σημδ. γαλλ. préfecture]

[Λεξικό Κριαρά]
νόμος ο.
  • 1)
    • α) Συνήθεια, έθιμο, θεσμός πατροπαράδοτος:
      • (Χρον. Μορ. H 1250), (Πανώρ. Β́ 329), (Λίβ. P 2208
    • β) κανόνας που ισχύει στον πόλεμο, άγραφος νόμος του πολέμου:
      • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 53212), (Δούκ. 43510).
  • 2)
    • α) Κανόνας δικαίου, νόμος:
      • (Ερωφ. Χορ. β́ 473), (Ασσίζ. 1122
    • β) (περιληπτ.) το σύνολο των νόμων πολιτείας, νομοθεσία:
      • (Βίος Αλ. 2534
      • άρχοντα … ου δίδωσι ο νόμος καθυβρίζειν (Προδρ. III 233
    • γ) (προκ. για τον ανθρώπινο νόμο σε αντίθεση με το φυσικό ή το νόμο της Εκκλησίας):
      • Σ’ άλλον εδόθη η άπονη … Ερωπρικούσα … Κι όχι με νόμον κοσμικόν … (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1233]
    • δ) (μεταφ.):
      • η γυναίκα νόμο τση να 'χει τ’ αντρός τση πρέπει τη θέληση (Ροδολ. Ά 651
    • ε) (σε προσωποπ.):
      • Ω των ανθρώπων αλύπητε νόμε …, γιατί … τον θάνατον χαρίζεις; (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [555]).
  • 3)
    • α) (Συνεκδ. και προκ. για οικονομική υποχρέωση που απορρέει από την εφαρμογή του νόμου) αυτό που ορίζει ο νόμος:
      • ο Συριάνος ουδέν πλερώνει διά δαρμόν παρά ήμισον νόμον (Ασσίζ. 2311
    • β) (συνεκδ.) αυτός που συμμορφώνεται προς τους νόμους:
      • όποιος δίδει νόμον των αλλονών, τυχαίνει νόμος και αυτός να γένει (Πιστ. βοσκ. V 5, 34).
  • 4)
    • α) (Συνεκδ.) διακυβέρνηση:
      • ο τόπος … νόμον από σένα θέλει ανιμένει (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 87
    • β) φρ. δίδω, χαρίζω νόμους = κυβερνώ:
      • (Ερωφ. Έ 470), (Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν. 86).
  • 5)
    • α) Νομοκάνονας (βλ. ά.), κώδικας νόμων:
      • ορίζει (ενν. η αλουπού) και της φέρνουσι τον νόμον …, … ανοίγει και διαβάζει (Γαδ. διήγ. 362
    • β) (μεταφ.) οδηγός συμπεριφοράς· υπόδειγμα, κανόνας, αρχή:
      • οι εμιλιές του ήσα σκολειό και νόμος των ανθρώπω (Ερωτόκρ. Ά 32).
  • 6)
    • α) Θέσπισμα, διάταγμα που έχει ισχύ νόμου:
      • νόμους έγραψε …, ωσαύτως και προστάγματα (Βίος Αλ. 3931
    • β) (γραπτή) συμφωνία, συνθήκη:
      • (Ερωτόκρ. Δ́ 1616
      • του βιζίρη η γνώμη εκείνο αποφάσισε και να γραφτούν οι νόμοι (Τζάνε, Κρ. πόλ. 5144).
  • 7)
    • α) Η φυσική τάξη των πραγμάτων, ο φυσικός νόμος:
      • οχ την φύση ελάβετε (ενν. άγρια θεριά) να ’χετε στην αγάπη νόμον (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [554]
    • β) η ηθική τάξη των πραγμάτων:
      • Τα πράγματα στην όρεξην στέκουνται των ανθρώπων, μα ο νόμος δεν το ξαπολεί δίχως 'πιτήδειον τρόπον (Φαλιέρ., Ιστ. 122
    • γ) (προκ. για το πεπρωμένο):
      • το Μελλούμενο … απού το νόμο του … δεν αλλάσσει (Ροδολ. Δ́ 76
    • δ) (προκ. για τον έρωτα, την αγάπη, κ.τ.ό.):
      • Εγώ είμαι ο νόμος του Έρωτος … και ομνύετε οι πάντες (Λίβ. Esc. 518· Πιστ. βοσκ. III 8, 23
      • νόμος του πόθου (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1234]).
  • 8)
    • α) Θρησκευτικός νόμος, οι εντολές μιας θρησκείας:
      • (Κυπρ. ερωτ. 15326), (Διγ. Z 602
      • κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον (Χρον. Μορ. H 772
    • β) θρησκεία:
      • Συριανός ή Ακουβίτης ή Ρωμαίος ή Νεστούρης ή ετέρου άλλου νόμου (Ασσίζ. 1025· 1966, 3088
      • (σε ιδιάζ. χρ.):
        • ο Νέβρων … έδωκεν κι εις τα είδωλα πίστιν και μέγαν νόμον (Χούμνου, Κοσμογ. 592
        • του Μαχομέτου ο ψευτός νόμος (Αχέλ. 1308
    • γ) προκ. για τις εντολές του Μωάμεθ:
      • τους νόμους του προφήτου (Διγ. Z 603
    •  
      • δ1) προκ. για το μωσαϊκό νόμο:
        • εις του Σινά σάς έδωκε τας πλάκας και τον νόμον (Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 46
  • έκφρ. παλαιός νόμος = οι εντολές της εβραϊκής θρησκείας, ο μωσαϊκός νόμος:
    • (Συναξ. γυν. 97), (Πουλολ. 583
    • δ2) εκφρ. ο άγιος νόμος του Θεού, ο μωσαϊκός νόμος = η Παλαιά Διαθήκη:
      • (Συναξ. γυν. 340), (Διγ. A 3864
  • ε) έκφρ. νέος νόμος = η Καινή Διαθήκη, η χριστιανική διδασκαλία:
    • (Χούμνου, Κοσμογ. 364).
  • 9) Εκκλησιαστική νομοθεσία, οι κανόνες της Εκκλησίας:
    • ο … Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών (Διγ. Άνδρ. 3622‑3· Ιστ. πατρ. 958).
    • Έκφρ. καιρός νόμου = η ηλικία των εξήντα χρόνων πέρα από την οποία μπορεί κάπ. να στείλει άλλον για να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο:
      • (Ασσίζ. 35627).
      • Φρ.
      • α) Γίνομαι του νόμου, έρχομαι του νόμου ηλικίας, φθάνω νόμου της ηλικίας = ενηλικιώνομαι (βλ. και ηλικία 1γ):
        • (Ελλην. νόμ. 5825), (Χρον. Μορ. H 8047), (Διγ. O 1255
      • β) βρίσκομαι σε νόμον ηλικίας, είμαι του νόμου (ηλικίας) = είμαι ενήλικος:
        • (Βεντράμ., Γυν. 257), (Ασσίζ. 1294), (Μαχ. 30619).

    [αρχ. ουσ. νόμος. Η λ. και σήμ.]

    [Λεξικό Κριαρά]
    νομός ο.
    • Διοικητική περιφέρεια:
      • (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 262).

    [αρχ. ουσ. νομός. Η λ. και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    νομοσχέδιο το [nomosxéδio] Ο40 : σχέδιο νόμου που υποβάλλει η κυβέρνηση στη βουλή για να ψηφιστεί: H κυβέρνηση εισήγαγε το εκλογικό ~ προς συζήτηση στη βουλή. Tο εργατικό ~ ψηφίστηκε στο σύνολό του, όμως απορρίφθηκαν ορισμένα άρθρα του.

    [λόγ. νομο- 1 + σχέδιον μτφρδ. γερμ. Gesetzentwurf]

    < Previous   [1]   Next >
    Go to page:Go