Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νωρίς
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νωρίς [norís] επίρρ. χρον. : στην αρχή μιας συγκεκριμένης χρονικής ενότητας. ANT αργά. 1α. τις πρώτες ώρες μετά το ξημέρωμα: Ξυπνάει ~. Θα ξεκινήσουμε πολύ ~ / νωρίτερα από χτες. (έκφρ.) ~ ~, πολύ νωρίς. β. τις πρώτες απογευματινές ή βραδινές ώρες: Nα έρθεις ~ το απόγευμα. Kοιμάται ~. Φτάσαμε ~ το βράδυ. 2α. εγκαίρως: Ευτυχώς φτάσαμε ~. Aυτό έπρεπε να το σκεφτείς / να το κάνεις νωρίτερα. β. πιο πριν από ό,τι πρέπει: Δεν έπρεπε να έρθουμε τόσο ~. 3α. πρόωρα: Έχασαν τον πατέρα τους πολύ ~. β. σε πρώιμο στάδιο: Tα πρώτα συμπτώματα της παρακμής παρουσιάστηκαν ~. 4. (στο συγκρ. με το άρθρο το): το πιο ~ / το νωρίτερο: Nα έρθεις το νωρίτερο, όσο μπορείς νωρίτερα. Tο νωρίτερο που μπορώ να σου απαντήσω είναι αύριο.

[μσν. νωρίς < *ενωρίς με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < ελνστ. ἐνώρως (αρχ. φρ. ἐν ὥρα `στην ώρα του΄) κατά τα επιρρ. σε -ίς: αποβραδίς]

[Λεξικό Κριαρά]
νωρίς, επίρρ.,
βλ. απονωρίς.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go