Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νομοθεσία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομοθεσία η [nomoθesía] Ο25 : 1α.το σύνολο των νόμων που ισχύουν σε ένα κράτος: Ελληνική / γαλλική ~. Οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες. β. το σύνο λο των νόμων που ρυθμίζουν ορισμένες σχέσεις δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου: Εργατική / εκπαιδευτική / ποινική ~. 2. το έργο ενός νομοθέτη, η συγγραφή και η επιβολή νόμων: H ~ του Λυκούργου / του Σόλωνα.

[λόγ. < αρχ. νομοθεσία]

[Λεξικό Κριαρά]
νομοθεσία η.
  • α) Σύνολο νόμων, κανόνων:
    • ευαγγελικήν νομοθεσίαν (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 59
  • β) ο μωσαϊκός νόμος·
    • (εδώ προκ. για το χρόνο καθιέρωσης του):
      • εν γενεαίς αρχαίαις, προ της Νομοθεσίας (Λόγ. ωφέλιμος 61r
  • γ) η παράδοση των Δέκα Εντολών του Θεού στο Μωϋσή:
    • εις το της Νομοθεσίας όρος (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 117· 166).

[αρχ. ουσ. νομοθεσία. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go