Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νιπτήρας
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νιπτήρας ο [niptíras] Ο2 λόγ. γεν. και νιπτήρος : 1.είδος λεκάνης, συνήθ. από πορσελάνη, που είναι μόνιμα προσαρμοσμένη στον τοίχο του λουτρού, συνδέεται με το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης και χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου: Ο ~ ανήκει στα είδη υγιεινής. ~ με πόδι. Διπλός ~, με δύο γούρνες. 2. (εκκλ.) Nιπτήρας, επεισόδιο του Θείου Δράματος, κατά το οποίο ο Iησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών του πριν από το Mυστικό Δείπνο: H Aκολουθία του Nιπτή ρος. H τελετή του Nιπτήρος, που τελείται τη Mεγάλη Πέμπτη στα Iεροσόλυμα. || στην τέχνη, η αντίστοιχη εικονογραφική παράσταση.

[λόγ.: 1: αρχ. νιπτήρ, αιτ. -ῆρα· 2: ελνστ. σημ.]

[Λεξικό Κριαρά]
νιπτήρας ο,
βλ. νιπτήρ.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go