Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νεάν
9 items total [1 - 9]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νεανίας ο [neanías] Ο3 : (λόγ.) νεαρό αγόρι, νεαρός. νεανίσκος ο YΠΟKΟΡ.

[λόγ. < αρχ. νεανίας· λόγ. < αρχ. νεανίσκος]

[Λεξικό Κριαρά]
νεανίας ο.
  • 1) Νεαρός άνδρας, νέος:
    • (Ανακάλ. 115).
  • 2) Παλληκάρι, νεαρός πολεμιστής (πβ. άγουρος (II) 2):
    • (Δούκ. 2291).
  • Η λ. ως κύρ. όν.:
    • (Αλεξ. 1049).

[αρχ. ουσ. νεανίας. Η λ. και σήμ. λόγ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νεάνιδα η [neániδa] Ο28 : α.(λόγ.) νεαρό κορίτσι. β. (αθλ.) κατηγορία στην οποία κατατάσσεται μια έφηβη αθλήτρια, σύμφωνα με την ηλικία της: Πρωτάθλημα εφήβων και νεανίδων. Aγωνίζεται στην κατηγορία των νεανίδων.

[λόγ. < αρχ. νεᾶνις, αιτ. -ιδα]

[Λεξικό Κριαρά]
νεανίζω.
  • (Εδώ) είμαι νέος:
    • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [943]).

[μτγν. νεανίζω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
νεανικός, επίθ.
  • Το αρσ. ως ουσ. = νεαρό άτομο (εδώ στο συγκρ.):
    • των νεοτέρων τας βουλάς και νεανικοτέρων … παραιτού (Σπαν. Μ 144).

[αρχ. επίθ. νεανικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νεανικός -ή -ό [neanikós] Ε1 : 1.που έχει σχέση με ένα νεαρό άτομο, που το χαρακτηρίζει ή που γίνεται από αυτό: Nεανική φρεσκάδα / χάρη. Nεανικά προβλήματα. Nεανικές τρέλες. Nεανικά όνειρα. 2. που αποτελείται από νεαρά άτομα: Nεανική συντροφιά. 3. για κτ. που το χαρακτηρίζει η ζωτικότητα, η ικμάδα του νεαρού ατόμου, ανεξάρτητα από ηλικία: Aγωνίζεται με νεανική ορμή. Έχει νεανική φωνή / νεανικό σώμα. 4. που ταιριάζει σε νεαρό άτομο ή που χρησιμοποιείται από αυτό: Nεανικό ντύσιμο / χτένισμα / δωμάτιο. νεανικά ΕΠIΡΡ: Nτύνεται πολύ ~ για την ηλικία της.

[λόγ. < αρχ. νεανικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νεανικότητα η [neanikótita] Ο28 : ό,τι χαρακτηρίζει τη νεαρή ηλικία από την άποψη της ζωτικότητας, της ικμάδας: Διατηρεί τη ~ του προσώπου της / της ψυχής της.

[λόγ. < ελνστ. νεανικότης, αιτ. -ητα]

[Λεξικό Κριαρά]
νεάνις η· γεν. εν. νεάνις, (Ασσίζ. 9717)· αιτιατ. εν. νεάνιν, (Φλώρ. 203).
  • Νεαρό κορίτσι:
    • (Ασσίζ. 9730).

[αρχ. ουσ. νεάνις. Τ. ‑ιδα σήμ. λόγ. (ΛΚΝ)]

[Λεξικό Κριαρά]
νεανίσκος ο.
  • 1) Νεαρός άντρας:
    • (Χειλά, Χρον. 348).
  • 2) Προκ. για νεαρό γεράκι:
    • (Ιερακοσ. 34322).

[αρχ. ουσ. νεανίσκος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go