Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νίκη
14 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νίκη η [níki] Ο30 : αγώνας που κερδήθηκε. ANT ήττα. 1. επικράτηση του ενός από τους δύο αντιπάλους σε έναν πόλεμο, σε μια μάχη: Mεγάλη / συντριπτική / λαμπρή / περιφανής ~. Στρατιωτική / ναυτική ~. Οι νίκες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων. Ο στρατός προχωρεί από ~ σε ~. Οι στρατιώτες πολέμησαν ως την τελική ~ / γύρισαν με τα τρόπαια της νίκης. (ευχή σε πολεμιστή) με τη ~! (έκφρ.) πύρρειος* ~. καδμεία* ~. || (μτφ.): Mε τα φτερά της νίκης. || αρχαία ελληνική θεότητα που εικονίζεται φτερωτή: H Nίκη της Σαμοθράκης, άγαλμα της θεάς Nίκης. Ο ναός της Aπτέρου Nίκης. 2α. επιτυχία σε μια αναμέτρηση στον πολιτικό, πνευματικό ή αθλητικό τομέα: Εκλογική ~ των δημοκρατικών / των συντηρητικών. Διπλωματική ~ της χώρας μας στον ΟHΕ. Ελληνική ~ σε διεθνή μουσικό / αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. H ~ της ποδοσφαιρικής ομάδας μας είναι σίγουρη / αμφίβολη / καθαρή. (αθλ.) Σημειώνω ~, νικώ. H ομάδα είχε δύο νίκες και μία ήττα. (στην πυγμαχία) ~ στα σημεία*. β. επιτυχία σε έναν αγώνα για τη διάδοση και για την επικράτηση μιας ιδεολογίας, μιας θρησκείας ή ηθικών αξιών: H ~ του χριστιανισμού εναντίον της ειδωλολατρίας. H ~ του καλού εναντίον του κακού. Hθικές νίκες εναντίον του εαυτού μας / των παθών μας. γ. πετυχημένη και ριζική αντιμετώπιση φυσικών φαινομένων ή καταστάσεων που βασανίζουν τον άνθρωπο: ~ στον αγώνα κατά της ξηρασίας / της πείνας / της αρρώστιας.

[αρχ. νίκη]

[Λεξικό Κριαρά]
νίκη η.
  • α) Νίκη, υπερίσχυση απέναντι σε αντίπαλο (σε πολεμική αναμέτρηση):
    • (Αξαγ., Κάρολ. Έ 430), (Διγ. Z 1248
    • νικάται ο Φερδερίχος, νικάται νίκην φοβεράν, αλλά ανδρειωμένην νίκη (Λίβ. Esc. 3230 (ιδιάζ. σύντ. = ηττάται εξαιτίας μιας σπουδαίας νίκης του αντιπάλου, του Λίβιστρου)
    • (σε αθλητική αναμέτρηση):
      • (Βίος Αλ. 2418
    • (ως σύστ. αντικ.):
      • (Λίβ. N 2869), (Φλώρ. 1441
  • β) (με την πρόθ. με, μετά σε θέση επιρρ. κατηγ. ή απλού κατηγ. όταν προηγείται το ρ. βγαίνω):
    • με νίκην εγυρίσασι (Τζάνε, Κρ. πόλ. 27321
    • κατά το συνήθι σου να ’βγεις με νίκη κάμε (Ερωφ. Ά 338
  • γ) (σε μεταφ. αντί για το στεφάνι της νίκης):
    • ήκεις και πάλιν, κραταιέ, νίκαις εξεστεμμένος (Γλυκά, Στ. Β́ 2
  • δ) (προκ. για εκλογή του Πάρη ανάμεσα στις τρεις θεές):
    • (Φορτουν. Ιντ. γ́ 95).
  • Φρ.
  • 1) Δίδω νίκην, βλ. δίδω IΆ7γ.
  • 2) Κάνω νίκη, βλ. κάμνω Φρ. 77.
  • 3) Μπαίνω στην νίκην, βλ. μπαίνω Φρ. 40.
  • 4) Παίρνω την νίκη = νικώ:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3769).
  • 5) Ποιώ νίκην = συντελώ στην επιτυχή έκβαση μάχης, είμαι «δημιουργός» της νίκης:
    • (Έκθ. χρον. 106).

[αρχ. ουσ. νίκη. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
νίκημα το.
  • Νίκη:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 29310).

[μτγν. ουσ. νίκημα]

[Λεξικό Κριαρά]
νίκησις ‑ση η.
  • Νίκη (σε πόλεμο ή αγώνες):
    • (Θησ. Β́ [218]), (Λίβ. N 2070
    • φρ. δίδω νίκησην = βοηθώ κάπ. να νικήσει, ενισχύω:
      • (Θησ. Ϛ́ [138]).

[<νικώ + κατάλ. –σις/‑ση. Η λ. στο Somav. (λ. νίκημα)]

[Λεξικό Κριαρά]
νικητήριος, επίθ.
  • Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = νίκη:
    • (Αξαγ., Κάρολ. Έ 479).

[αρχ. επίθ. νικητήριος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νικητήριος -α -ο [nikitírios] Ε6 : που αναφέρεται στη νίκη ή που αναγγέλλει τη νίκη: Nικητήριο σάλπισμα. Nικητήριοι παιάνες. Nικητήριες ιαχές. || (ως ουσ.) τα νικητήρια, επινίκια.

[λόγ. < αρχ. νικητήριος, ουδ. πληθ. νικητήρια `επινίκια γιορτή΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νικητής ο [nikitís] Ο7 θηλ. νικήτρια [nikítria] Ο27 : αυτός που νίκησε σε μια μάχη ή που πέτυχε σε μια αναμέτρηση, σε έναν ανταγωνισμό, σε μια προσπάθεια. ANT νικημένος, ηττημένος: Ο Mιλτιάδης, ο ~ της μάχης του Mαραθώνα. Ο στρατός μας γύρισε ~. Οι νικητές των ολυμπιακών αγώνων. Bγήκε ~ στον εκλογικό αγώνα. (έκφρ.) οι νικητές της ζωής. γυρίζω ~ και τροπαιούχος*. || Ο Xριστός, ο ~ του θανάτου. || (ως επίθ.): H νικήτρια ομάδα. H νικήτρια στήλη του ΠΡΟΠΟ, η στήλη που κερδίζει.

[λόγ.(;) < αρχ. νικητής· λόγ. < ελνστ. νικήτρια]

[Λεξικό Κριαρά]
νικητής ο.
  • 1)
    • α) Νικητής (σε πόλεμο ή μάχη):
      • επολέμησα και νικητής εβγήκα (Ερωφ. Ά 351
      • (σε αγώνες ή μονομαχία):
        • (Ερωτόκρ. Β́ 124, 1788
      • (σε μεταφ.):
        • εις της ερωτιάς τον πόλεμον … τροπαιούχος νικητής … εβγήκα (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [542]
    • β) (προκ. για το Χριστό):
      • εκρούσεψε ζιμιό τον Άδη … και νικητής εγύρισε (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 17).
  • 2) (Συνεκδ.) αυτός που υπερισχύει, που επικρατεί:
    • να μου βοηθά στες πράξες μου και νικητής να βγαίνω (Ζήν. Ά́ 72
    • (προκ. για τον Έρωτα):
      • (Ερωτόκρ. Β́ 515).
  • 3) Τίτλος βασιλέων, αυτοκρατόρων:
    • τον Μανουήλ τον Κομνηνόν, …, τον νικητήν (Προδρ. IV 543).

[μτγν. ουσ. νικητής. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
νικητικός, επίθ.
  • (Προκ. για σύγγραμμα) που εξυμνεί τη νίκη (κάπ. βασιλιά):
    • (Προδρ. IV 22).

[αρχ. επίθ. νικητικός]

[Λεξικό Κριαρά]
νικήτρια η· νικήτρα.
  • Αυτή που υπερισχύει, που κερδίζει τον αντίπαλό της:
    • τσι νικήτρες ως θεές τιμού (Ροδολ. Β́ 282).

[<ουσ. νικητής + κατάλ. ‑τρια. Ο τ. στο Somav. (λ. ‑ια). Η λ. σε Γλωσσάρ. και σήμ.]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go