Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νήσος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νήσος η [nísos] Ο35 : (λόγ.) νησί. νησίδα* η YΠΟKΟΡ.

[λόγ. < αρχ. νῆσος]

[Λεξικό Κριαρά]
νήσος η.
  • Νησί:
    • (Φαλιέρ., Ρίμ. τίτλ).

[αρχ. ουσ. νήσος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go