Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νήα
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
νήα η· πληθ. γεν. νήων, (Ερμον. Β 144)· δοτ. νήαις, (αυτ. Λ 290).
  • Πλοίο:
    • (αυτ. Β 147).

[πλασματικός σχηματ. <πληθ. νήες, γεν. νηών, αιτιατ. νήας (πβ. εν. νήα) του αρχ. (επικού) ουσ. νηυς (ναυς)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go