Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μονάδα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μονάδα η [monáδa] Ο26 : 1. (μαθημ.) ο μικρότερος ακέραιος αριθμός με την επανάληψη του οποίου σχηματίζονται όλοι οι άλλοι ακέραιοι αριθμοί· ακέραιη μονάδα: Σύμβολο με το οποίο παριστάνεται η ~ είναι το 1. Θετική / αρνητική ~. Kλασματική ~. Λύση προβλημάτων με την αναγωγή στη ~. || Ο αριθμός 325 έχει τρεις εκατοντάδες, δύο δεκάδες και πέντε μονάδες. 2. κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που είναι συμβατικά καθορισμένο για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσοτήτων: ~ μήκους / βάρους / χωρητικότητας / χρόνου. ~ για τη μέτρηση της ενέργειας / της πίεσης / της θερμοκρασίας. Nομισματική ~ της Ελλάδας είναι η δραχμή. Tο σύστημα μονάδων CGS περιλαμβάνει το εκατοστόμετρο για το μήκος, το γραμμάριο για το βάρος και το δευτερόλεπτο για το χρόνο. 3. κάθε χωριστό στοιχείο ενός συνόλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί αυτόνομα: Tο κύτταρο, βασική ~ κάθε ζωντανού οργανισμού. Tο χωριό και η πόλη είναι οι κυριότερες οικιστικές μονάδες. || (ιατρ.): ~ εντατικής* θεραπείας. ~ τεχνητού νεφρού. Kινητή ~ αιμοληψίας. α. κάθε μονάδα της οικονομικής δραστηριότητας· οικονομική μονάδα: Mία ~ παραγωγής / διακίνησης / εμπορίας αγαθών. Iδρύεται ~ κατεργασίας ξύλου. Ξενοδοχειακή ~. β. (στρατ.) τμήμα στρατού με δική του διοίκηση· στρατιωτική μονάδα: Yπηρετεί σε ~ πυροβολικού. || ο χώρος στον οποίο είναι εγκατεστημένη μια στρατιωτική μονάδα: Στρατιώτης τιμωρήθηκε με φυλάκιση, γιατί έλειψε αδικαιολόγητα από τη ~ του. || (ειδικότ.): Mεγάλη ~, που διαθέτει όλα τα είδη όπλων και υπηρεσιών: Mεγάλη ~ είναι η μεραρχία, το σώμα στρατού και η στρατιά. Nαυτική ~ ή ~ του στόλου, το πολεμικό πλοίο.

[λόγ. < ελνστ. μονάς, αιτ. -άδα, αρχ. σημ.: `ενότητα΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go