Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μετάφρασις
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
μετάφρασις η.
  • Μετάφραση, παράφραση· κείμενο μεταφρασμένο ή παραφρασμένο·
    • (εδώ) προκ. για τόμο του Μηνολογίου του Συμεών του Μεταφράστη:
      • βιβλίον μετάφρασις έν του όλου Δεκεμβρίου μηνός (Κώδ. Πάτμου Ι 82
      • μετάφρασις τετραμηνιαία (αυτ. 85).

[μτγν. ουσ. μετάφρασις. Η λ. και σήμ. (‑η)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go