Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μείζων
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
μείζων, επίθ.· μειζονότερος· μειζότερος.
  • 1) Μεγαλύτερος, περισσότερος:
    • Η μειζοτέρα στενότης έσεται εις τους Τούρκους (Ωροσκ. 413).
  • 2) Μεγαλύτερος στην ηλικία:
    • (Ερμον. Η 198).
  • 3) Ανώτερος, ισχυρότερος:
    • ο ων μειζότερος πάντων (ενν. ο Χριστός) εγένετο πάντων δούλος (Φυσιολ. (Kaim.) 127a95).
  • 4) Που ανήκει σε ανώτερο κοινωνικό στρώμα:
    • όχλησις των ελαττοτέρων ανθρώπων κατά τους μείζονας (Ωροσκ. 4118).
  • 5) Σπουδαιότερος:
    • εζήτει λαβείν άλλο των μοναστηρίων μειζότερον (Ψευδο-Σφρ. 28421).

[αρχ. επίθ. μείζων. Ο περαιτέρω συγκρ. μειζονότερος ήδη αρχ. Ο τ. μειζότερος μτγν. και σήμ. ποντ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μείζων -ων -ον [mízon] Ε (βλ. -ων -ων -ον) : (λόγ.) ANT ελάσσων. 1α. μεγαλύτερος: ~ εκλογική περιφέρεια. H ~ περιοχή Aθηνών / Θεσσαλονίκης, η ευρύτερη. H ~ αντιπολίτευση, η αξιωματική αντιπολίτευση. β. σημαντικότερος: Mείζονες τέχνες, η ποίηση, η ζωγραφική και η γλυπτική. || πολύ σημαντικός: Mείζον θέμα. (έκφρ.) κατά μείζονα λόγο, κυρίως. γ. (λογ.) μεγαλύτερος σε εννοιολογικό πλάτος: ~ όρος / πρόταση ενός συλλογισμού, ο πρώτος, αυτός που περιέχει το γενικό κανόνα. 2. (μουσ.) για χαρακτηρισμό ενός από τους δύο βασικούς συνδυασμούς των μουσικών τόνων: ~ τόνος / τρόπος / συγχορδία / κλίμακα. Mείζον διάστημα.

[λόγ.: 1α, β: αρχ. μείζων (συγκρ. του μέγας)· γ: σημδ. γαλλ. la majeure· 2: σημδ. ιταλ. maggiore]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go