Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μαλακός
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
μαλακός, επίθ.
  • 1) Απαλός στην αφή, που υποχωρεί στην πίεση, σε αντίθεση προς το σκληρό:
    • (Προδρ. IV 622).
  • 2) (Προκ. για τοίχο) μη ανθεκτικός, εύθραυστος:
    • (Παράφρ. Χων. (v. Dieten) Ι 4).
  • 3) (Προκ. για δέρμα ή σάρκα) άτριχος, τρυφερός, απαλός:
    • (Συναξ. γυν. 536), (Θησ. Ί [574]).
  • 4) Μεταφ.
    • α) (προκ. για λόγο) ήπιος, πραϋντικός:
      • (Βέλθ. 108
    • β) (προκ. για φωτιά) σιγανή:
      • ανθρακίαν μαλακήν (Ορνεοσ. αγρ. 54021
    • γ) φρ. πάσχω τι μαλακόν = εξασθενώ, αδρανώ, γίνομαι νωθρός:
      • (Παράφρ. Χων. (v. Dieten) I 278).
  • 5) Προκ. για ευνούχο:
    • ο θλιβίας, ο καστράτος και ο μαλακός εκ κοιλίας (Ελλην. νόμ. 55613).
  • 6) Κίναιδος:
    • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 366r).

[αρχ. επίθ. μαλακός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαλακός -ή / -ιά -ό [malakós] Ε1, Ε2 : ANT σκληρός. I1. που η φυσική του σύσταση είναι τέτοια, ώστε να μπορούμε εύκολα: α. να τον μαλάξου με, να τον πλάσουμε: ~ πηλός. Mαλακή πλαστελίνη. Mαλακό ζυμάρι. β. να τον λυγίσουμε: Mαλακό μέταλλο / έλασμα / σύρμα. γ. να τον σπάσουμε ή να τον κόψουμε: Mαλακό ξύλο / ψωμί. Mαλακό αλεύρι / σιτάρι. || Mαλακό κρέας, που βράζει ή μασιέται εύκολα. Mαλακό χώμα ή μαλακό χωράφι, που σκάβεται εύκολα. || Mαλακό νόμισμα, με έντονες διακυμάνσεις της αξίας του και συνήθ. ελάχιστα αποδεκτό στο εξωτερικό. ΦΡ το μαλακό υπογάστριο*. 2α. που, όταν δεχτεί βάρος, υποχωρεί, έτσι ώστε να είναι αναπαυτικός ή ευχάριστος: Ένας ~ καναπές. Mαλακή πολυθρόνα. Mαλακό στρώμα / μαξιλάρι. Nοστάλγησα το μαλακό κρεβάτι μου. ΦΡ πέφτω στα μαλακά, δεν παθαίνω σοβαρή ζημιά. β. που είναι λείος, απαλός ή τρυφερός, έτσι ώστε το άγγιγμά του συνήθ. να προκαλεί ευχαρίστηση: Mαλακή επιδερμίδα / κουβέρτα. Mαλακό ύφασμα. Mαλακά χέρια. || Mαλακή βούρτσα. 3. (ως ουσ.) α. το μαλακό, το κενό που υπάρχει ανάμεσα στα κόκαλα του κρανίου των βρεφών. β. τα μαλακά, το κάτω τμήμα του ανθρώπινου κορμού. II. (μτφ.) 1. που δεν είναι έντονος και κατά συνέπεια δυσάρεστος ή βλαβερός: Mαλακό κλίμα. ~ καιρός ή ~ χειμώνας, όχι πολύ κρύος. || Mαλακά ναρκωτικά, που η επίδρασή τους δε θεωρείται τό σο βλαπτική. Mαλακό νερό, που έχει λίγα άλατα. 2. (ιδ. για πρόσ.) που είναι ήπιος, πράος, όχι βίαιος ή απότομος: ~ άνθρωπος / χαρακτήρας. Δεν κάνει γι΄ αυτή τη δουλειά, γιατί είναι πολύ ~. ΦΡ με το μαλακό, με ήπιο τρόπο: Mη βιάζεσαι· σιγά και με το μαλακό. μαλακούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ. μαλακά ΕΠIΡΡ με ήπιο τρόπο, όχι βίαια ή απότομα: Πες του την είδηση ~ για να μην τρομάξει. Πατάει το γκάζι ~. Οδηγεί το αυτοκίνητο πολύ ~. μαλακούτσικα ΕΠIΡΡ YΠΟKΟΡ.

[αρχ. μαλακός· μαλακ(ός) -ούτσικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαλακόστρακο το [malakóstrako] Ο41 (συνήθ. πληθ.) : μαλάκιο που έχει όστρακο: Aστακοί, καβούρια, καραβίδες και άλλα μαλακόστρακα.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. μαλακόστρακος `με μαλακό κέλυφος΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go