Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μήτε
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μήτε [míte] σύνδ. συμπλεκτ. : 1. συνδέει παρατακτικά δύο αποφατικές προτάσεις επιθυμίας· συχνά στη θέση του χρησιμοποιείται ο σύνδεσμος ούτε: Nα μη μιλάς πια γι΄ αυτό ~ να το σκέφτεσαι, και ούτε να… || συχνά με τη μορφή να μη(ν)… και ~ και να για περισσότερη έμφαση στο δεύτερο μέρος: Nα μη ρωτάς και ~ και να ανησυχείς γι΄ αυτόν, και ούτε και να… || με έμφαση και στα δύο συμπλεκόμενα μέρη: Σου εύχομαι ~ να δεις ~ να ακούσεις τέτοιο κακό, ούτε να… ούτε να… || σε επιδοτική αποφατική σύνδεση προτάσεων ή όρων: Ο γιατρός είπε όχι μόνο να μην είναι όρθια, αλλά ~ και να κάθεται, αλλά ούτε και να… 2. κάποτε χρησιμοποιείται στη θέση του συνδέσμου ούτε, συνήθ. για να δηλώσει ότι είναι αδύνατο να ισχύσει αυτό που αναφέρεται: Δεν μπορεί να δίνει τέτοιες ελπίδες ~ στον εαυτό του, ούτε. Δεν έβλεπες ~ τη μύτη σου, ούτε τη μύτη σου.

[αρχ. μήτε, μήτε… μήτε…]

[Λεξικό Κριαρά]
μήτε, σύνδ.
  • Ούτε:
    • (Πτωχολ. Β 104).

[αρχ. σύνδ. μήτε. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μητέρα η [mitéra] Ο26 : 1α. η γυναίκα σε σχέση με τα παιδιά που αυτή έχει γεννήσει ή υιοθετήσει· μάνα: Είναι ορφανός από ~. Γιορτή της μητέρας. Φρόντισε για τα παιδιά του άντρα της σαν αληθινή ~, τα περιποιήθηκε πολύ. Mητέρα του Θεού, η Παναγία. || ως προσφώνηση για την πεθερά. β. το θηλυκό ζώο σε σχέση με τα μικρά που αυτό έχει γεννήσει: Γατάκια που περιμένουν τη ~ τους για να θηλάσουν. 2. (μτφ.) α. για πρόσωπο που φροντίζει για τους άλλους όπως η μητέρα για τα παιδιά της: Είναι ~ για τους φτωχούς / τα ορφανά. β. για την καταγωγή, την προέλευση ή την πρώτη εμφάνιση ζώων, φυτών, ανθρώπινων δημιουργημάτων κτλ.: H ~ πατρίδα / φύση. H Ελλάδα είναι ~ των επιστημών. ~ γη, από την οποία προέρχονται τα πάντα. ~ γλώσσα, από την οποία προέρχονται εξελικτικά κάποιες άλλες· πρωτογλώσσα. || (έκφρ.) η επανάληψη* είναι ~ της μαθήσεως. μητερούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[μσν. μητέρα < αρχ. μήτηρ, αιτ. -έρα· μητέρ(α) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go