Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μέταλλο
11 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μέταλλο το [métalo] Ο40 : 1. (χημ.) ομάδα χημικών στοιχείων που χαρακτηρίζονται από αντοχή, στιλπνότητα και μεγάλο ειδικό βάρος, είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού και της θερμότητας και σχηματίζουν οξείδια, όταν έλθουν σε επαφή με το οξυγόνο. ANT αμέταλλα: Iδιότητες των μετάλλων. Πολύ κοινά μέταλλα είναι το αλουμίνιο, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο μόλυβδος και ο ψευδάργυρος. Ραδιενεργά μέταλλα. 2. κάθε ποσότητα κατεργασμένου μετάλλου ή μείγματος μετάλλων: Bιομηχανία μετάλλου. Λιωμένο / πυρακτωμένο ~. Εργαλεία / σκεύη από ~. Εποχή των μετάλλων, ιστορική περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα μέταλλα. Πολύτιμα μέταλλα, το χρυσάφι, το ασήμι και η πλατίνα. Kίτρινο ~, το χρυσάφι. 3. (μτφ.) δυνατός και καθαρός τόνος φωνής: Έχει φωνή ~.

[λόγ.(;) < ελνστ. μέταλλον, αρχ. σημ.: `μεταλλείο΄]

[Λεξικό Κριαρά]
μέταλλο το.
  • Μεταλλικό μουσικό όργανο:
    • γλυκολάλητα παιγνίδια τω μετάλλω (Ροδολ. Γ́ 75).

[<ιταλ. metallo (<λατ. metallum <ελλην. μέταλλον)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλοβιομηχανία η [metaloviomixanía] Ο25 : η βιομηχανία εξαγωγής και επεξεργασίας μετάλλων.

[λόγ. μέταλλ(ον) -ο- + βιομηχανία μτφρδ. γερμ.(;) Metallindustrie (Metall- < ελνστ. μέταλλον)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλογνωσία η [metaloγnosía] Ο25 : επιστημονική μελέτη των μετάλλων και των κραμάτων καθώς και ο σχετικός επιστημονικός κλάδος.

[λόγ. μέταλλ(ον) -ο- + -γνωσία μτφρδ. γερμ. Metallkunde]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλογραφία η [metaloγrafía] Ο25 : 1. η τέχνη της εκτύπωσης γραμμάτων, εικόνων κτλ. χαραγμένων σε ειδική μεταλλική πλάκα. 2. η μεταλλογνωσία.

[λόγ. < γαλλ. métallographie < métallo- < ελνστ. μέταλλ(ον) -ο- + -graphie = -γραφία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλοειδή τα [metaloiδí] Ο (βλ. Ε10) : (χημ.) χημικά στοιχεία, τα οποία με βάση τις ιδιότητές τους κατατάσσονται ανάμεσα στα μέταλλα και στα αμέταλλα.

[λόγ. < γαλλ. métalloïde < ελνστ. μέταλλ(ον) -ο- + -ide = -ειδή, ουδ. πληθ. του -ειδής]

[Λεξικό Κριαρά]
μέταλλον το.
  • α) Μεταλλείο:
    • (Δούκ. 3916
  • β) (συνεκδ.) δικαίωμα εκμετάλλευσης μεταλλείου:
    • το της στυπτηρίας μέταλλον λαβών (αυτ. 20915).

[αρχ. ουσ. μέταλλον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλουργία η [metalurjía] Ο25 : το σύνολο των εργασιών, των τεχνικών εγκαταστάσεων ή των οικονομικών επιχειρήσεων που αφορούν την παραγωγή και την κατεργασία των μετάλλων: Εργοστάσιο / προϊόντα μεταλλουργίας. Aνάπτυξη / παρακμή της μεταλλουργίας. H ελληνική ~.

[λόγ. < γαλλ. métallurgie < νλατ. metallurgia < ελνστ. μεταλλουργ(ῶ) `εργάζομαι ως μεταλλουργός΄ -ie = -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλουργικός -ή -ό [metalurjikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη μεταλλουργία ή με το μεταλλουργό: Mεταλλουργικές εργασίες. Mεταλλουργικά προϊόντα.

[λόγ. < γαλλ. métallurgique < metallurg(ie) = μεταλλουρ γ(ία) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεταλλουργός ο [metalurγós] Ο17 : αυτός που ασχολείται με τη μεταλλουργία.

[λόγ. < ελνστ. μεταλλουργός]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go