Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λιβάνι
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιβάνι το [liváni] Ο44 : ρητινώδης αρωματική ουσία που, όταν καίγεται, παράγει μια χαρακτηριστική μυρωδιά και που χρησιμοποιείται σε θρησκευτικές εκδηλώσεις· θυμίαμα: Mε ενοχλεί η βαριά μυρωδιά του λιβανιού. (έκφρ.) κερί και ~, οργισμένη απάντηση σε κπ. που επαναλαμβάνει με ενοχλητική συχνότητα τις λέξεις “και” ή “κύριε”. μυρίζει ~, για κπ. που είναι ετοιμοθάνατος. ΦΡ αποφεύγω / φοβάμαι κπ. ή κτ., όπως ο διάβολος το ~, πάρα πολύ, σε έσχατο βαθμό.

[μσν. λιβάνιν υποκορ. του αρχ. λίβαν(ος) -ιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιβανίζω [livanízo] -ομαι Ρ2.1 : 1. καίω λιβάνι, θυμιατίζω: Όλη μέρα λιβανίζει τα εικονίσματα. 2. (μτφ.) α. εγκωμιάζω υπερβολικά κπ., τον κολακεύω: Tου αρέσει να τον λιβανίζουν. β. κατατρίβομαι με κτ., καθυστερώ, δεν προχωρώ: Φα το επιτέλους αυτό το φαΐ· τι το ΄χεις και το λιβανίζεις δύο ώρες;

[ελνστ. λιβανίζω `μυρίζω λιβάνι΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιβανικός -ή -ό [livanikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στο Λίβανο ή στους Λιβανέζους ή προέρχεται από αυτόν ή από αυτούς: Λιβανική κυβέρνηση / πρωτεύουσα. Λιβανικά σύνορα.

[λόγ. < ελνστ. Λίβαν(ος) -ικός (δες στο λιβανέζικος)]

[Λεξικό Κριαρά]
λιβάνιν το· λιβάνι.
  • Λιβάνι, θυμίαμα:
    • τριμμένον λιβάνιν (Σταφ., Ιατροσ. 7200
    • θυμίαζε λιβάνι (Παϊσ., Ιστ. Σινά 720).

[παλαιότ. ουσ. λιβάνιον (Ησύχ., λ. κιννάμωμον· πβ. Steph.) <λίβανος + κατάλ. ‑ιον. Ο τ. στο Meursius και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιβάνισμα το [livánizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιβανίζω. 1. (σπάν.) θυμιάτισμα: Πήρε το θυμιατό κι άρχισε το ~. 2. (μτφ.) α. η κολακεία, ο υπερβολικός εγκωμιασμός· λιβανιστήρι2: Συνηθισμένος στο ~, δεν ανέχεται την κριτική. β. η καθυστέρηση, η μακρόχρονη ενασχόληση με κτ., χωρίς αυτό να προχωράει: Άσε το ~ και τελείωνε, γιατί βιάζομαι.

[λιβανισ- (λιβανίζω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιβανιστήρι το [livanistíri] Ο44 : 1. σκεύος για λιβάνισμα, το θυμιατό. 2. (μτφ.) η κολακεία, ο υπερβολικός εγκωμιασμός· λιβάνισμα: Σταμάτα πια το ~.

[λιβανισ- (λιβανίζω) -τήρι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go