Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λεβητοειδής
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λεβητοειδής -ής -ές [levitoiδís] Ε10 : που μοιάζει με λέβητα: ~ κρατήρας ηφαιστείου.

[λόγ. < μσν. λεβητοειδής < λεβητ- (λέβης δες λέβητας) -ο- + -ειδής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go