Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κόμης
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόμης ο [kómis] Ο10 λόγ. γεν. και κόμητος, πληθ. κόμητες, γεν. κομήτων θηλ. κόμησσα [kómisa] Ο27 : τίτλος ευγενείας, ο οποίος στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκεται πάνω από το βαρόνο και κάτω από το μαρκήσιο. || (ειρ., προφ.) η κόμησσα, για γυναίκα που φέρεται υπεροπτικά.

[λόγ. < ελνστ. κόμης τίτλος ανώτερου αξιωματούχου < λατ. comes `αξιωματούχος της αυτοκρατορικής συνοδείας΄ σημδ. του μσνλατ. comes ή μέσω του γαλλ. conte· λόγ. κόμ(ης) -ισσα (σφαλερή ορθογρ. κατά το αρσ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
κόμης ο.
– Βλ. και κόμις.
  • 1) Άρχοντας, διοικητής επαρχίας:
    • (Πουλολ. 647).
  • 2) Αρχηγός, διοικητής αυτοκρατορικής φρουράς:
    • εποίησέν τον … κόμην απάνω εις τους κουρτέσηδας (Hist. imp. 106).
  • 3)
    • α) Αξιωματούχος του στόλου· κυβερνήτης πλοίου:
      • ο κόμης … ήρχισε να ορίσει της έξωθεν παραγιαλιάς να λύσουν το πλωρήσιν (Aπόκοπ. 327
    • β) ?αρχηγός στόλου:
      • Όρισε … ο κόμης με τα κάτεργα στην Tρίπολη να πιάσει (Αλεξ. 610).
  • 4) Nαύκληρος:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 39310).

[<ουσ. κόμις. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go