Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κόλπο
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόλπο το [kólpo] Ο39 : I1α. έξυπνος και συνήθ. παραπλανητικός τρόπος για να πετύχουμε κτ., που δε θα το καταφέρναμε με συνηθισμένα, με κλασικά μέσα· τέχνασμα, πονηριά: Δεν πιάνει αυτό το ~! Πρέπει να μάθεις τα κόλπα του επαγγέλματος. Mου πήρε τα λεφτά με ~. Mε ένα έξυπνο ~ έπιασε τον κλέφτη. || Γυναικεία / διαφημιστικά κόλπα. Άσε τα κόλπα! β. επιδέξια ενέργεια, που προκαλεί θαυμασμό, γέλιο κτλ.: Ένα έξυπνο ~ για να ανοίγετε τα μπουκάλια είναι… Mε διασκέδασε με τα κόλπα του. 2. οργανωμένη επιχείρηση που αποβλέπει σε εξαπάτηση: Ήταν κι αυτός μέσα στο ~; Mαζί σκάρωσαν το ~ με τα πλαστά χαρτονομίσματα. II. σε ορισμένα χαρτοπαικτικά παιχνίδια, η παρτίδα. κολπάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. I1.

[μσν. κόλπο αντδ. < ιταλ. colpo (δες στο κόλπος 2)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κολπο- [kolpo] & κολπό- [kolpó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & κολπ- [kolp], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : (ανατ., ιατρ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά στο γυναικείο κόλπο: κολπεκτομή, ~διαστολέας, ~κήλη, κολπόσπασμος.

[λόγ. < γαλλ. colp(o)- θ. του αρχ. ουσ. κόλπο(ς) `αγκαλιά, αιδοίο΄ ως α' συνθ.: κολπ-εκτο μή < colpectomie]

[Λεξικό Κριαρά]
κόλπος (I) ο· κόλφος· κόρφος.
  • 1) Στήθος· αγκαλιά:
    • (Προδρ. III 64), (Θησ. Ι´ [956]).
  • 2) Έκφρ. οι κόλποι του Αβραάμ ή των προπατόρων = ο Παράδεισος:
    • (Διήγ. ωραιότ. 43), (Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν. 10).
  • 3) Έκφρ. η γυναίκα του κόρφου = η σύζυγος:
    • (Πεντ. Δευτ. XXVIII 54).
  • 4) Φρ. βάζω το χέρι στον κόρφο = «βάζω το χέρι στην καρδιά», κρίνω, αποφασίζω κατά συνείδηση, με επιείκεια:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 41622).
  • 5) Τμήμα θάλασσας που εισχωρεί στην ξηρά, κόλπος:
    • εποίκεν άρμενα και επήγεν εις τον κόλφον της Ατταλείας (Μαχ. 27026).

[αρχ. ουσ. κόλπος. Ο τ. λφος στο Meursius και σήμ. ποντ. Ο τ. ρφος στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
κόλπος (II) ο· κόρπος.
  • 1) Χτύπημα, πόνος από χτύπημα:
    • είτινος κόλπον έδιδε Αρκίτας ανδρειωμένος με το σπαθί του (Θησ. Η´ [177]
    • ολίγον στο κεφάλιν του ελάβωσεν εκείνον, τον κόλπον ουκ εβάσταξεν, έπεσεν εκ τον ίππον (Πόλ. Τρωάδ. 955).
  • 2) Τραύμα, πληγή:
    • Περί του λαβωμένου οπού έχει κόλπον φανερόν (Ασσίζ. 9021
    • ’πέ τους κόλπους τους πολλούς οι δύο εσκεπαζόνταν (Θησ. Η´ [418]).

[<ιταλ. colpo. Ο τ. στο Meursius]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόλπος 1 ο [kólpos] Ο18 : I. φυσική πλατιά εσοχή της ξηράς, μέσα στην οποία εισχωρεί η θάλασσα: Θερμαϊκός / Σαρωνικός ~. Ο ~ της Σούδας. II. (ανατ.) ονομασία διάφορων κοιλοτήτων σε όργανα του σώματος: ~ της καρδιάς / της αορτής. || κοιλότητα μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου. IIIα. (λόγ.) η αγκαλιά. β. (μτφ., πληθ.) συγκεκριμένο περιβάλλον ως κλειστό οργανωμένο σύνολο: Προκλήθηκε αναταραχή στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επανήλθε στους κόλπους της εκκλησίας. κολπίσκος ο YΠΟKΟΡ στη σημ. I.

[λόγ.: I, III: αρχ. κόλπος· ΙΙ: ελνστ. σημ.· λόγ. κόλπ(ος) -ίσκος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόλπος 2 ο : (λαϊκότρ.) η αποπληξία. (έκφρ.) μου έρχεται ~, μένω οδυνηρά κατάπληκτος από απροσδόκητο δυσάρεστο γεγονός: Mόλις άκουσε τα μαντάτα του ήρθε ~· ΣYN έκφρ. μου έρχεται ταμπλάς.

[αντδ. < ιταλ. colpo (δες & κόλπο) < υστλατ. colpus < colophus < λατ. colaphus < αρχ. κόλαφος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go