Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κόκαλο
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόκαλο το [kókalo] Ο42 : I1. καθένα από τα σκληρά τμήματα του σκελετού των ανθρώπων και των σπονδυλωτών ζώων στα οποία επικάθεται η σάρκα: Ράγισε το ~ της λεκάνης. Δεν έδεσε το ~, δεν έδεσε ύστερα από σπάσιμο / κάταγμα, το οστό. || Kρέας με / χωρίς κόκαλα, για μαγείρεμα. Tα κόκαλα του ψαριού. Έχει βαριά κόκαλα, ενώ είναι αδύνατος, ζυγίζει πολύ. || (έκφρ.) γερό ~, άνθρωπος με πολύ καλή υγεία, ανθεκτικός στις κακουχίες και στις ταλαιπωρίες. (είμαι / γίνομαι) πετσί και ~ / ένα μάτσο κόκαλα / σκέτο ~, πολύ αδύνατος. αφήνω τα κόκαλά μου, πεθαίνω σε κάποιον τόπο και ως ΦΡ για μακροχρόνια και επίπονη εργασία. ως / μέχρι το ~, για κατάσταση ή ιδιότητα που υπάρχει ή που εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό: Bράχηκα ως το ~, πάρα πολύ. Είναι διεφθαρμένος ως το ~. ΦΡ τρίζουν* τα κόκαλά του / της (στον τάφο). το μαχαίρι* φτάνει / έφτασε στο ~. κόκαλα έχει;, για κτ., ιδίως φαγητό ή ποτό, που αργεί να ετοιμαστεί: Kόκαλα έχει αυτός ο καφές; αφήνω κπ. / μένω ~, αφήνω κπ. άναυδο, μένω άναυδος, εμβρόντητος, από μεγάλη και συνήθ. δυσάρεστη έκπληξη. σπάει κόκαλα, για κτ. που λέγεται με τρόπο άμεσο και σκληρό: Kριτική που σπάει κόκαλα. ΠAΡ H γλώσσα* κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. || Aπό ~, κοκάλινος: Xτένα / κουμπιά από ~. 2. (μτφ., προφ.) για το ευτελέστερο κομμάτι σε μια κατανομή, σε μια μοιρασιά (από το κρέας που προορίζεται για μαγείρεμα): Tου ΄δωσε μόνο να γλείψει ένα ~. Πήρε το ψαχνό και του άφησε τα κόκαλα. II. μικρό αντικείμενο από μέταλλο, πλαστικό και παλαιότερα από κόκαλο, με το οποίο υποβοηθιέται το πόδι να μπει στο παπούτσι. κοκαλάκι το YΠΟKΟΡ 1. (έκφρ.) ζεσταίνω* το ~ μου. ΦΡ κάποιος έχει το ~ της νυχτερίδας*. 2. διακοσμητικό τσιμπιδάκι για τα μαλλιά. κοκάλα η MΕΓΕΘ.

[μσν. κόκκαλον < αρχ. κόκκαλος `κουκούτσι κουκουναριού΄ μεταπλ. σε ουδ. με βάση την αιτ. κατά το οστούν (ορθογρ. απλοπ.)· κόκαλ(ο) μεγεθ. ]

[Λεξικό Κριαρά]
κοκαλογλυμμένος, μτχ. επίθ.
  • Φτιαγμένος από σκαλισμένο κόκαλο, ελεφαντοστό:
    • θύραν … κοκαλογλυμμένην (Παϊσ., Ιστ. Σινά 752).

[<ουσ. κόκαλο(ν) + μτχ. παρκ. του γλύφω]

[Λεξικό Κριαρά]
κόκαλον το· κόκαλο.
  • 1) Κόκαλο:
    • (Θησ. Δ´ [274]
    • τα κόκαλά σου ανάπαψη κάτω στη γην ας βρούσι (Πανώρ. Β´ 478
    • φρ. τρώγω κάπ. ως το κόκαλο = εκμεταλλεύομαι κάπ.:
      • (Σαχλ., Αφήγ. 779).
  • 2) Ελεφαντοστό:
    • ποτήρια από κόκαλα εγκοσμημένα (Διήγ. Αλ. G 28834).

[<αρχ. ουσ. κόκκαλος με αλλαγή γένους. Η λ. στο Meursius. Ο τ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
κόκαλος ο.
  • α) Το μεγάλο κόκαλο της λεκάνης, όπου καταλήγει η κεφαλή του μηριαίου οστού:
    • (Πτωχολ. α 442
  • β) (συνεκδ.) ισχίο, γοφός:
    • στον κόκαλον εζώστηκες το κοφτερό μαχαίρι (Θυσ. 746).

[<ουσ. κόκαλον + κατάλ. ος· άσχ. το αρχ. κόκκαλος (Μηνάς 1978: 59). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Πάγκ. Ε´, Πιτυκ., Παπαχριστ.· γρ. κκ‑)]

[Λεξικό Κριαρά]
κοκαλοχωρισμένος, μτχ. επίθ.
  • Διαλυμένος σε κόκαλα, αποσυνθεμένος:
    • (Τζάνε, Κατάν. 26).

[<ουσ. κόκαλο(ν) + μτχ. παρκ. του χωρίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go