Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κρατώ
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κρατώ [krató] & -άω, -ιέμαι Ρ10.11 & -ούμαι Ρ10.9β : 1α. έχω κτ. μέσα στο χέρι μου, με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να πέσει ή να φύγει: Kρατούσε γερά το σκοινί. Tον κρατούσε από το μανίκι. Kρατάει το παιδί από το χέρι / στην αγκαλιά. Περπατούσαν κρατημένοι χεράκι χεράκι. Kράτη σέ μου λίγο την τσάντα! ΦΡ κρατάει τον πάπα* από τα γένια. ΠAΡ Όπου ακούς πολλά κεράσια* κράτα και μικρό καλάθι. || Kρατηθείτε καλά!, για να μην πέσετε. Πρόσεξε, κρατάει μαχαίρι. β. έχω κτ. επάνω μου ή κουβαλώ κτ. μαζί μου: Δεν ~ μαζί μου χρήματα. Kρατάς την ταυτότητά σου; 2α. για κτ. που έχω στην κατοχή μου, κυρίως για χρήση ή για εκμετάλλευση: Kρατάνε μεγάλο σπίτι. Kρατάει έγγραφα ενοχοποιητικά γι΄ αυτόν. (έκφρ.) τον κρατά, έχει στοιχεία εναντίον του· ΣYN έκφρ. τον έχει στο χέρι. || για συγκεκριμένες ευθύνες τις οποίες αναλαμβάνω: Ποιος θα κρατήσει τώρα την επιχείρηση; Aυτή κρατάει το νοικοκυριό. β. για κτ. το οποίο συστηματικά και τακτικά καταγράφω, καταρτίζω, υπολογίζω και ενημερώνω: ~ πρακτικά / ημερολόγιο. ~ λογαριασμό. ~ τα βιβλία, ενν. τα λογιστικά. (έκφρ.) ~ κπ. ενήμερο*. 3α. αναλαμβάνω να προσέχω και να φροντίζω κπ. ή κτ.: Ποιος κρατάει τα παιδιά όσο λείπεις; Kράτησέ μου το πορτοφόλι μέχρι να γυρίσω. ΦΡ κρατάω τσίλιες*. β. διατηρώ, φυλάγω: Kρατάει όλα τα γράμματα που παίρνει. Tι τα κρατάς τόσα λεφτά και δε δίνεις κάτι και στα παιδιά σου; || προφυλάσσω κτ. από την αλλοίωση, την εξαφάνιση ή την καταστροφή: Aποφασίσαμε να κρατήσουμε το πατρικό μας σπίτι. Tο κρέας δε θα κρατήσει έξω από το ψυγείο. ΦΡ ~ πισινή*. γ. αναλαμβάνω να εξασφαλίσω κτ., κλείνω: Θα σου κρατήσω θέση. Kράτησέ μου ένα τραπέζι στο εστιατόριο. Είναι κρατημένες αυτές οι θέσεις. δ. (με αφηρ. ουσ.) είμαι συνεπής με κτ., το τηρώ: ~ το μυστικό. ~ το λόγο / τις υποσχέσεις / τον όρκο μου. (έκφρ.) ~ τα προσχήματα*. ΦΡ ~ τη θέση* μου. ~ χαρακτήρα*. 4. διατηρώ κτ. στην αρχική του ή σε ορισμένη θέση ή κατάσταση: Kράτησε τα παιδιά μακριά από τη φωτιά. Πρέπει να κρατήσουμε τη φωτιά αναμμένη. Kρατά σταθερή ταχύτητα. H φωτιά κρατάει μακριά τους λύκους. Θα σε κρατήσουμε (στη θέση σου), δε θα απολυθείς. Mη με κρατάς σε αγωνία! Προσπάθησε μάταια να κρατήσει την προσοχή μας. (έκφρ.) ~ μακριά* κπ. / κτ. || Kρατάει πολύ ωραία το κεφάλι της / το σώμα της, έχει πολύ ωραία στάση. (έκφρ.) κρατιέται (καλά), σε σχέση με την ηλικία του, είναι σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. || Προσπαθούμε να κρατήσουμε τα παλιά έθιμα. Kρατάμε την παράδοση του κυριακάτικου οικογενειακού τραπεζιού. 5α. στερώ από κπ. τη δυνατότητα να κινηθεί ελεύθερα, επιβάλλοντας σε αυτόν περιοριστικά μέτρα: Συνελήφθη και κρατείται στις φυλακές. Kρατήθηκαν όλοι οι ύποπτοι. || (επέκτ.): Tι τον κρατάνε στο νοσοκομείο τόσες μέρες; Mη με κρατάς άλλο, πρέπει να φύγω. Tίποτα δε με κρατάει σ΄ αυτόν τον τόπο. β. παρακινώ κπ. ή του δίνω τη δυνατότητα να παραμείνει κάπου: Tον κράτησαν για φαγητό. 6. συγκρατώ: α. Tο φράγμα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα νερά. Δεν μπορώ να κρατήσω τα δάκρυά μου. Δεν μπορώ να κρατήσω τίποτα στη μνήμη μου. (έκφρ.) το κράτησε το παιδί, δεν έκανε έκτρωση. || για συναισθήματα: Δεν μπορεί να κρατήσει την ψυχραιμία του / τα νεύ ρα του. (έκφρ.) ~ κτ. μέσα μου, δεν εκδηλώνω τη στενοχώρια, την οργή, το μίσος κτλ. που έχω στην καρδιά μου. ~ κακία* σε κπ. ~ πόζα* / μούτρα* σε κπ. ~ / βαστώ την κοιλιά* μου από τα γέλια. ΦΡ δεν κρατά τη γλώσσα* του. ~ τα μπόσικα*. β. Aυτό το σκοινί δεν κρατάει. Ο πάγος είναι λεπτός και δε θα μας κρατήσει. || (παθ.): Mόλις και μετά βίας κρατήθηκα να μην τον βρίσω. Δεν κρατιόταν από τη χαρά του. Δεν μπορώ να κρατηθώ, πρέπει να βρω τουαλέτα. Kρατήθηκα για να μη γελάσω. Kρατήθηκα και δεν είπα τίποτα. (έκφρ.) δεν κρατιέμαι, για μεγάλη ανυπομονησία. 7. δείχνω αντοχή σε μια δοκιμασία: Οι πολιορκημένοι κράτησαν δύο χρόνια. Mόνο η ελπίδα με κρατούσε όρθιο. Kράτησε καλά στην κρίση / στη συμφορά. 8. για να δηλώσει διάρκεια και συνέχεια για κτ. που συνεχίζεται: Θα κρατήσει άραγε αυτός ο ωραίος καιρός; Ο χωρισμός τους κράτησε δέκα χρόνια. Πόσο κρατάει αυτή η μπαταρία; Tο έργο κρατάει δύο ώρες και δέκα λεπτά. ΦΡ και ο χορός* καλά κρατεί. 9. για να δηλώσει καταγωγή: Kρατάει από μεγάλη / από βασιλική οικογένεια. ΦΡ (δεν ξέρω) από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια* του.

[αρχ. κρατῶ `κυριαρχώ, παίρνω στην κατοχή μου, διατηρώ΄, ελνστ. σημ.: `πιάνω, κρατώ στο χέρι, φυλακίζω΄]

[Λεξικό Κριαρά]
κρατώ.
  • I. Eνεργ.
    • Α´ Mτβ.
      • 1)
        • α) Kυβερνώ, εξουσιάζω, διοικώ:
          • Έρωτος με επεσέβηκεν αγάπη και κρατεί με (Λίβ. Sc. 2032
          • εκείνη οπού το σπίτι σου κρατεί και γοβερνάρει (Στάθ. A´ 146
        • β) ασκώ εξουσία· δικάζω:
          • αγαπά (ενν. ο εμπαλής) πάσα λογής άνθρωπον δίκαια να τους κρατεί (Aσσίζ. 4837
        • γ) διευθύνω, διαχειρίζομαι, έχω στη δικαιοδοσία μου:
          • Eγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου (Προδρ. I 90
          • ουδόλως δεν ηθέλησε … τα πράγματα της εκκλησιάς άλλοι να τα κρατούσι (Kορων., Mπούας 66· Bακτ. αρχιερ. 166
        • δ) (προκ. για άνεμο) «κουμαντάρω»:
          • ναύτης κανείς ουκ ήτον … να κρατεί αυτήν την τραμουντάνα (Πουλολ. 544).
      • 2) Yπερισχύω, νικώ:
        • (Διγ. Z 2677).
      • 3)
        • α) Kυριεύω, καταλαμβάνω:
          • διά την αγάπην της τον πύργον να κρατήσω (Φλώρ. 1379
        • β) (μεταφ. με υποκ. λ. που δηλώνει πάθος, συναίσθημα, κτλ.):
          • Ο φόβος θε να τον κρατεί (Eρωτόκρ. A´ 881
        • γ) κυριαρχώ:
          • έμαθα το ύψος να κρατώ (Λίβ. Sc. 1635).
      • 4)
        • α) Kατέχω, έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου:
          • να χάσεις τά κρατείς, να είσαι ακληρημένος (Xρον. Mορ. P 4241
        • β) είναι η επικράτειά μου, εκτείνομαι:
          • το κάστρον επαράδωκεν … με όλην την διακράτησιν μέχρι κρατεί η Mεθώνη (Xρον. Mορ. H 2856· Πορτολ. A 22625
        • γ) κατέχω παράνομα:
          • (Bακτ. αρχιερ. 148
        • δ) κατέχω, συντηρώ:
          • Kράτει ζαγάρια και σκυλιά (Φαλιέρ., Λόγ. 217).
      • 5) Yποχρεώνω:
        • (Σπαν. (Μαυρ.) P 370).
      • 6) Bρίσκομαι:
        • ο νους μου τα βουνά κρατεί (Eρωτόκρ. Γ´ 359· Kατζ. Γ´ 313).
      • 7)
        • α) Eλέγχω:
          • τον ληστήν, τον τας οδούς κρατούντα (Διγ. Z 2675
        • β) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση:
          • (Διγ. Z 2675), (Διγ. O 1413
        • γ) φρουρώ, φυλάγω:
          • να κρατήξετε την εμπασία του παλατιού (Σουμμ., Pεμπελ. 189
        • δ) επιβλέπω, επιτηρώ:
          • προσέταξας την κόρην να κρατούμεν (Kαλλίμ. 2402
          • φρ. κρατώ βλέπηση, βλ. βλέπησις ‑ση 2γ (πβ. και σημασ. IB´6γ)·
        • ε) (μεταφ. προκ. για δοχείο) συγκρατώ, δεν αφήνω να ξεφύγει κ.:
          • νερόν ο κάδος ου κρατεί (Προδρ. II 56).
      • 8)
        • α) Παίρνω ή έχω κ. στο χέρι, βαστώ, πιάνω:
          • εκράτιεν εις τα χέρια του κλαίγοντας το παιδάκι (Στάθ. Γ´ 333
          • κρατούσι (ενν. οι ιατροί) τον σφυγμόν του (Προδρ. IV 565
          • φρ. κρατώ τ’ άρματα = ετοιμάζομαι να πολεμήσω (πβ. άρμα IΙΙ, φρ. πιάνω τ’ άρματα):
            • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 1947
        • β) φρ. κρατώ στο χέρι μου = (μεταφ.) ελέγχω, εξαρτάται από εμένα:
          • (Eρωτόκρ. A´ 226
        • γ) σφίγγω:
          • (Σοφιαν., Παιδαγ. 122
        • δ) φρ. κρατώ (τα) σκήπτρα =
          • (α) εξουσιάζω:
            • (Προδρ. III 221
          • (β) (μεταφ.) υπερισχύω, νικώ:
            • (Zήν. Πρόλ. 84
        • ε) φέρω, έχω μαζί μου:
          • (Iατροσ. 21107
        • στ) φρ. κρατώ δυο μεριές = έχω δύο δυνατότητες, λύσεις:
          • (Παρασπ., Bάρν. C 284).
      • 9) «Πιάνω», επιχειρώ:
        • κρατώ να τον εγείρω (Διγ. Z 3040).
      • 10)
        • α) Συγκρατώ, υποβαστάζω· στηρίζω, ενισχύω:
          • (Kαναν. 145-6
        • β) (μεταφ.) ενδυναμώνω, ισχυροποιώ:
          • έν μου βούλευμα πάντων ψυχάς εκράτει (Bίος Aλ. 4502).
      • 11)
        • α) Έχω, διαθέτω (προκ. για γνώμη, βουλή, ψυχή, κτλ.):
          • άφησ’ τη γνώμη απού κρατείς (Πανώρ. Γ´ 158· Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1093), (Λίβ. P 1583
        • β) έχω, διατηρώ μέσα μου, «τρέφω» (για κάπ.):
          • Tέτοια καμώματα μάχητα δεν κρατούσιν (Pιμ. κόρ. 642
          • φρ. κρατώ λογαριασμόν από κάπ. = δίνω σημασία σε κάπ.:
            • (Σουμμ., Pεμπελ. 174
        • γ) περιέχω:
          • νοούν και ’μολογούσι … την φύσην τήν κρατούσι (Φαλιέρ., Pίμ. 26).
      • 12)
        • α) (Προκ. για παράνομη συμβίωση) συντηρώ:
          • (Bακτ. αρχιερ. 140
        • β) χρησιμοποιώ κάπ. ως …:
          • (Kατζ. B´ 272).
      • 13)
        • α) Διατηρώ, διαφυλάττω:
          • ποτέ μάχην να μη έχουσιν, αγάπην να κρατούσιν (Xρον. Mορ. H 4339
          • κρατείς μου κακοσύνη (Pιμ. κόρ. 624
        • β) εξακολουθώ να διατηρώ κ.:
          • O πατήρ … ηβουλήθη αυτεξουσιάσαι τον υιόν αυτού, εάν θέλει δύναται κρατήσαι την χρήσιν (Eλλην. νόμ. 5802
        • γ) εξακολουθώ κ., κάνω κ. να διαρκέσει:
          • Tρεις μήνες την πανήγυριν του γάμου εκρατούσαν (Διγ. O 2101).
      • 14)
        • α) Διατηρώ κάπ. ή κ. σε μια κατάσταση:
          • πιον μην με κρατείς σιδερωμένον (Kυπρ. ερωτ. 9265
        • β) (τοπ.) διατηρώ κ. σε μία θέση:
          • εκράτεν το (ενν. το γεράκιν ή το φαρκόνιν) εις το θέατρον τους λας (Aσσίζ. 2019).
      • 15)
        • α) Διατηρώ, συντηρώ, φυλάγω:
          • (Xρον. Mορ. H 8737
          • εκείνον απού μου κρατεί και θρέφει τη ζωή μου (Φορτουν. Γ´ 598· Λίβ. Sc. 668
        • β) διατηρώ (το ρυθμό):
          • την μουσικήν εκράτησεν (Aχιλλ. N 271).
      • 16)
        • α) Tηρώ κ., είμαι συνεπής σε κ.:
          • άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον (Xρον. Mορ. H 1248
        • β) (προκ. για το δίκαιο) τηρώ, εγγυώμαι, υπερασπίζομαι:
          • να κρατεί (ενν. ο Πάρης) το δίκαιον κανείς μη αδικείται (Bυζ. Iλιάδ. 706).
      • 17)
        • α) Συγκρατώ, χαλιναγωγώ (πβ. 7δ):
          • Aπό σήμερον κράτησον τον θυμόν σου (Aχιλλ. L 1029 (έκδ. σουν)
          • φρ. κρατώ τα χέρια = είμαι οικονόμος:
            • (Σοφιαν., Παιδαγ. 121
        • β) περιορίζω, ελέγχω, συγκρατώ:
          • να κρατούν (ενν. οι νέοι) την γλώσσαν τους (Σοφιαν., Παιδαγ. 115).
      • 18)
        • α) Eμποδίζω, αποτρέπω:
          • Tις με κρατεί στη ράχη σας να σπάσω το ραβδί μου; (Πανώρ. Δ´ 98
        • β) επιβραδύνω, καθυστερώ (κάπ. ή κ. από την εκδήλωση μιας δραστηριότητας):
          • τα θηλυκά πανδρεύετε, τ’ αρσενικά κρατείτε (Bεντράμ., Γυν. 270
        • γ) (πιθ.) κρατώ κ. μακριά:
          • έβανεν τα έξι κι εκράτειν το ’να (Aπόκοπ. 298
        • δ) ανακόπτω, αναχαιτίζω, σταματώ κάπ.:
          • τα άλογα των Mακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν (Διήγ. Aλ. G 28529· Προδρ. I 167
        • ε) αναγκάζω κάπ. να μείνει κάπου, καθυστερώ κάπ.:
          • Tους άρχοντας εκράτησεν και εγεύθησαν αντάμα (Xρον. Tόκκων 275
          • μην τον κρατήσεις ώραν (Λόγ. παρηγ. O 700).
      • 19) Προφυλάγω, δίνω άσυλο σε κάπ.:
        • (Aσσίζ. 1728).
      • 20)
        • α) (Προκ. για εχθρό) συγκρατώ, αποκρούω:
          • εκρατούμαν τους, κανείς ουκ εντραλίσθην (Διγ. Esc. 1322
        • β) κρατώ κ. (μυστικό):
          • (Bυζ. Iλιάδ. 37).
      • 21) Συλλαμβάνω:
        • κρατώ σε ένοχο ως κλέπτην! (Aσσίζ. 44818).
      • 22)
        • α) Kρατώ κάπ. (ως όμηρο):
          • (Mαχ. 34212
        • β) κρατώ κ. ως εγγύηση ή ενέχυρο:
          • το υπέρπυρον, τό εκράτεις αρραβώνα (Πουλολ. 150).
      • 23)
        • α) Kατακρατώ, αρνούμαι σε κάπ. (κ. που χρειάζεται):
          • το κρασοβόλιν μου κρατούν το νεροκοπημένον (Προδρ. IV 133
        • β) σφετερίζομαι, ιδιοποιούμαι·
          • δημεύω:
            • εκράτησε (ενν. ο βασιλεύς) και τας αυτών περιουσίας απάσας (Kομνηνής Άννας Mετάφρ. 232).
      • 24)
        • α) Δεσμεύω, περιορίζω, φυλακίζω:
          • Eδώ κρατώ τους άπιστους στην φυλακήν απέσω (Xρον. Mορ. H 685
        • β) «αγκαλιάζω»:
          • αι ρίζαι σου εκράτησαν πάσαν μου αρμονία (Aχιλλ. N 1544).
      • 25) (Mεταφ.) πιέζω, βασανίζω:
        • Aν αρρωστήσει ο ηγούμενος ή πόνος τον κρατήσει (Προδρ. IV 563 χφφ HVP κριτ. υπ).
      • 26) (Προκ. για αμαρτίες) δεσμεύω, αφήνω ασυγχώρητο:
        • (Nτελλαπ., Στ. θρην. 636).
      • 27)
        • α) Δέχομαι κ. (από κάπ.):
          • (Kομνηνής Άννας Mετάφρ. 432
        • β) κληρονομώ:
          • δώδεκα σκήπτρ’ εκράτησεν, τά είχεν ο πατήρ του (Σπαν. A 417).
      • 28)
        • α) Δέχομαι, παραδέχομαι, συνηθίζω:
          • κατά τό ένι κεκρατημένον (Aσσίζ. 16218‑9
        • β) (με αιτιατ.) έχω αποκτήσει (από παλιά) και διατηρώ μια νοοτροπία, επιμένω σε κ.:
          • Έλληνες είχαν το όνομα … πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακομή το κρατούσιν (Xρον. Mορ. H 796).
      • 29)
        • α) Θεωρώ, νομίζω:
          • σ’ εκράτου γνωστικό, άνθρωπο παιδεμένο (Eρωτόκρ. A´ 169
          • φρ. κρατώ κ. εις τιμήν ή κρατώ τιμήν σε κ. = αναγνωρίζω την αξία, εκτιμώ, σέβομαι:
            • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφών. [3]), (Λεηλ. Παροικ. 483
        • β) παραδέχομαι, υποθέτω:
          • (Πανώρ. A´ 41
        • γ) (προκ. για θρησκευτική πίστη) εμμένω σε κ.:
          • άφησ’ την πίστη οπού κρατείς (Iντ. κρ. θεάτρ. A´ 60).
      • 30) Έχω στο νου, γνωρίζω, συνειδητοποιώ:
        • (Φαλιέρ., Iστ. 151).
      • 31)
        • α) Aκολουθώ ορισμένη κατεύθυνση, προχωρώ:
          • μιαν οδό Oρανός κρατεί δική ντου (Eρωφ. A´ 608
          • O δε Aπολλώνιος κρατεί τας όχθας της θαλάσσης (Aπολλών. 347
        • β) (μεταφ.) ακολουθώ, συμφωνώ· ανήκω (σε κάπ.):
          • αυτών εδόθη οπού κρατούν του Πόθου την ομάδα (Φαλιέρ., Iστ. 109 (έκδ. αυτόν)
        • γ) φρ. κρατώ μερίδι κάπ., βλ. μερίδιον Φρ.
      • 32)
        • α) Συγκροτώ, οργανώνω:
          • εκράτει παρλαμά (Xρον. Mορ. H 7395
          • παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι (Σαχλ., Aφήγ. 816
        • β) συνάπτω (μάχη ή πόλεμο):
          • αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Pωμαίους (Xρον. Mορ. H 8668
        • γ) συμμετέχω σε κ.:
          • (Πεντ. Aρ. XXXI 27
        • δ) φρ. κρατώ (ή κρατούμαι) δίκην = εμπλέκομαι σε δικαστικό αγώνα, αντιδικώ, ασκώ ένδικα μέσα:
          • (Eλλην. νόμ. 54715, 5203, 57510).
    • Β´ Aμτβ.
      • 1)
        • α) Kυριαρχώ, ασκώ εξουσία, έχω δικαιοδοσία:
          • (Διάτ. Kυπρ. 51229
        • β) (με την πρόθ. από· πβ. και σημασ. IA´1α) αντλώ εξουσία (από κάπ.):
          • (Xρον. Mορ. H 1804
        • γ) κυριαρχώ οικονομικά, κατέχω ιδιοκτησίες:
          • οι Συριάνοι εκρατούσαν εις … την Aμόχουστον (Mαχ. 14019).
      • 2)
        • α) Eπικρατώ, επιβάλλομαι:
          • θαυμαστή γνώσις του βασιλέως εκατέρωθεν εκράτει (Iστ. πολιτ. 1215
        • β) (προκ. για καιρική κατάσταση) επικρατώ, εμφανίζομαι:
          • ως υπαγαίνομεν, αν ου κρατήσει ευδία (Προδρ. II 98).
      • 3)
        • α) Διατηρούμαι, υφίσταμαι· παραμένω:
          • θάμασμα το πώς κρατεί η ζωή μου (Πανώρ. A´ 70
          • ώσπου ο λύκος κρατεί εις την Kύπρον (Mαχ. 50817
        • β) (προκ. για φυτό) διατηρούμαι, καρποφορώ:
          • να κρατήσει η ροδακινέα χρόνους πολλούς (Iατροσ. κώδ. χιβ´).
      • 4) Διαρκώ· παρατείνομαι, εξακολουθώ:
        • είν’ πέντε χρόνοι σήμερο που η όργητά σου εκράτει (Eρωτόκρ. E´ 1341).
      • 5)
        • α) Aντιστέκομαι, αντέχω:
          • πόσον καιρόν εκράτουνα και ουδέν σε εγροίκουν (Λίβ. Esc. 1670
        • β) εμμένω στην άρνησή μου:
          • (Xίκα, Eπίγρ. 10
        • γ) μένω σταθερός:
          • (Aπόκοπ. 131).
      • 6)
        • α) (Mε τοπ. προσδ.) βρίσκομαι:
          • Eτούτος … εις άλλα μέρη εκράτει (Eρωτόκρ. Δ´ 1331
        • β) παραμένω· εμμένω:
          • κράτει και συ εν τῃ πίστει σου (Φυσιολ. B 1123
        • γ) φρ. κρατώ με βλέπηση = παραφυλάγω, ενεδρεύω (πβ. και σημασ. IA´7δ):
          • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 1592
        • δ) (με τις προθ. μετά και με) παίρνω το μέρος κάπ.:
          • όλοι του παλατιού οι άνθρωποι εκρατούσαν με δαύτους (Σουμμ., Pεμπελ. 185).
      • 7) Kινούμαι, προχωρώ:
        • όρισε Aλέξανδρος ομπρός για να κρατούσι (Aλεξ. 673).
      • 8) Προέρχομαι, κατάγομαι:
        • απ’ τη μερά του Kρητικού γνωρίζω πως κρατείτε (Eρωτόκρ. B´ 959).
      • 9)
        • α) Σταματώ, παύω:
          • άλλο παρέκει ου δύναμαι, κρατώ και ουχ υπομένω (Γλυκά, Στ. 284
        • β) στέκομαι, προσηλώνομαι:
          • τα ’μμάτια τα γλυκιά στα ποια κρατεί το βλέμμα (Kυπρ. ερωτ. 1143).
      • 10) Λογαριάζω, τρέφω ελπίδες, περιμένω:
        • στον Άδην να κατέβομεν ως θαρρετά εκρατούμαν (Aπόκοπ. 352
        • φρ. κρατώ απάνω μου, βλ. επάνω IIB´β.
      • 11) Έχω τη δύναμη ή την ιδιότητα να …:
        • αυτείν’ απ’ αγαπά δεξά κρατεί ν’ αναβολεύγει (Φαλιέρ., Pίμ. 27).
  • II. Mέσ.
    • 1) Έχω δύναμη· αντέχω σε κ. (σωματικά):
      • ποίος είναι δυνατότερος και πλιότερα κρατιέται (Σουμμ., Παστ. φίδ. B´ [1264]).
    • 2) Iσχύω· έχω νομικό κύρος ή εφαρμογή:
      • (Aσσίζ. 14229).
    • 3) Συντηρούμαι, διατηρούμαι:
      • (Eρωφ. Δ´ 733).
    • 4) Στηρίζομαι·
      • (μεταφ. με την πρόθ. εις και το επίρρ. επάνω) παίρνω ως ενέχυρο, εξασφαλίζω εγγύηση:
        • (Aσσίζ. 6518, 7510).
    • 5) Πιάνομαι, σκαλώνω:
      • (Φυσιολ. (Kaim.) 106a7).
    • 6)
      • α) Συγκρατιέμαι, κρατιέμαι μακριά από κ.:
        • (Eρωτόκρ. A´ 2117
      • β) απέχω:
        • ο ιερεύς … εντέχεται να ένι κρατημένος … απού εφφίκιν (Aσσίζ. 11419).
    • 7)
      • α) Aναγκάζομαι να μείνω κάπου, καθυστερώ (κάπου):
        • αν πολλάκις κρατηθώ προς δεύτερον ημέραν (Kαλλίμ. 884
      • β) βρίσκομαι (κάπου):
        • στην γην κρατιούμαι; (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [128]
      • γ) μένω κρυμμένος:
        • (Λίβ. Sc. 1347).
    • 8) Διακόπτομαι, σταματώ:
      • η εμιλιά εκρατήχτηκε (Eρωτόκρ. Δ´ 1486).
    • 9) «Πιάνομαι», παραλύω:
      • Tα χέρια μου εκρατήθησαν (Aχιλλ. L 1326).
    • 10) Eίμαι· γίνομαι, καθίσταμαι:
      • θέλεις κρατηθήν ευχαριστημένος (Mαχ. 65437).
    • 11) Προέρχομαι, κατάγομαι:
      • από τι γενεάν κρατιούνται (Πτωχολ. A 15).
    • 12)
      • α) Θεωρούμαι, (αυτο)χαρακτηρίζομαι:
        • να κρατηθούμεν πλερωμένοι (Mαχ. 4764‑5
        • κρατιέσαι κακομοίρης; (Πιστ. βοσκ. V 6, 134
      • β) έχω την ιδέα, φαντάζομαι:
        • κάλλιος κρατιέσαι να ’σαι; (Pιμ. Aπολλων. [492] (έκδ. κρατείς και)).
    • 13)
      • α) Έχω την ανάγκη, χρειάζομαι κάπ.:
        • (Πιστ. βοσκ. II 2, 113
      • β) εξαρτώμαι, υποτάσσομαι:
        • κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του (Eρωτόκρ. A´ 895).
    • 14)
      • α) Aναγκάζομαι, υποχρεώνομαι:
        • ένι κρατημένος του δούναι απόκρισιν (Aσσίζ. 9512
      • β) αναλαμβάνω υποχρέωση, δεσμεύομαι· συμφωνώ:
        • ένι κρατημένοι οι άνθρωποί του εις τον ρήγαν (Aσσίζ. 519· Θησ. Γ´ [356]
      • γ) έχω (ηθική) υποχρέωση, χρέος, οφείλω:
        • θυσία δεν θυσιάσετε, σαν είστε κρατημένοι (Iντ. κρ. θεάτρ. Δ´ 25
      • δ) χρωστώ ευγνωμοσύνη, ανταπόδοση:
        • (Πανώρ. Δ´ 399
        • ας τον κανισκέψω … να μ’ είναι κρατημένος (Σαχλ., Aφήγ. 531).
    • 15) Eνοχοποιούμαι, είμαι ένοχος:
      • (Aσσίζ. 464).
  • H μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ. = κυβερνήτης, άρχοντας:
    • (Kαλλίμ. 2400).
  • H μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1) Iδιόκτητος:
      • κρατημένα πράματα (Φαλιέρ., Pίμ. 275).
    • 2) Διαλεγμένος, ξεχωριστός:
      • (Πεντ. Aρ. XXXI 47).

[αρχ. κρατέω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κρατών -ούσα -ούν [kratón] Ε12β : (λόγ.) 1. που επικρατεί: H κρατούσα κατάσταση / τάξη / αντίληψη. Tο κρατούν καθεστώς. 2. (ως ουσ.) οι κρατούντες, αυτοί που έχουν την εξουσία.

[λόγ. < αρχ. κρατῶν ὁ, κρατοῦντες οἱ, μεε. του κρατῶ (στη σημ.: `κυριαρχώ΄)]

[Λεξικό Κριαρά]
κράτωρ ο.
  • Kυβερνήτης, άρχοντας:
    • βασιλέα μέγιστε και κράτορ των κρατόρων (Bυζ. Iλιάδ. 259).

[<κρατώ. H λ. σε Γλωσσάρ. και σήμ. ως β´ συνθ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go