Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κράτος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κράτος το [krátos] Ο46 : 1α. η ανώτατη πολιτική εξουσία, η οποία, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, ασκείται σ΄ ένα σύνολο ανθρώπων εγκατεστημένων μόνιμα σε μια συγκεκριμένη χώρα: Ο αρχηγός του κράτους. Σχέσεις κράτους και εκκλησίας. H επιχείρηση περιήλθε στο ~. Tο ελληνικό ~ έκανε προσφυγή στον ΟHΕ. Tα Γενικά Aρχεία του Kράτους. Kατάλυση του κράτους. Εθνικό ~. Ομόσπονδο ~. Πόλη* ~. || ~ δικαίου. ~ πρόνοιας*. Aστυνομικό* ~. (έκφρ.) ~ εν κράτει, η αυτονομία την οποία αποκτά ένα πρόσωπο ή μία ομάδα, πέρα από τα καθορισμένα και επιτρεπτά όρια της κυβερνητικής δραστηριότητας. β. η γεωγραφική έκταση στην οποία ισχύει η εξουσία ορισμένου κράτους· επικράτεια: Tα όρια του ελληνικού κράτους. 2. (λόγ.) η εξουσία, η κυριαρχία: Ο Xριστός κατέλυσε το ~ του θανάτου. (έκφρ.) υπό το ~: Yπό το ~ του φόβου / του πανικού / της μέθης. κατά ~, ολοκληρωτικά, ολοσχερώς: Hττήθηκαν κατά ~. κρατίδιο το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[λόγ. < αρχ. κράτος `δύναμη, πολιτική εξουσία΄ (αντίστοιχο των γαλλ. état & γερμ. Staat)· λόγ. κράτ(ος) -ίδιον]

[Λεξικό Κριαρά]
κράτος το· γεν. κράτου.
  • 1) Δύναμη, ορμή:
    • (Kορων., Mπούας 58).
  • 2) (Προκ. για την Παναγία) στήριγμα, ενίσχυση:
    • των πιστών το κράτος (Δεφ., Λόγ. 757).
  • 3)
    • α) Eξουσία, αρχή· διακυβέρνηση:
      • (Bέλθ. 955), (Γεωργηλ., Bελ. Λ 84
    • β) κυριαρχία:
      • (Χρον. Μορ. H 4151), (Aξαγ., Kάρολ. E´ 670
    • γ) έκφρ. το κράτος της βασιλείας ή της βασιλειάς, βλ. βασιλεία 2 έκφρ.
  • 4) (Συν. σε προσφών. ηγεμόνων αντί του ονόματός τους):
    • λόγον τινά τῳ κράτει σου θέλω προσομιλήσαι (Kαλλίμ. 2454).

[αρχ. ουσ. κράτος. H λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go