Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κοπίς
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
κόπις ‑δα η.
  • Κεντρί·
    • (μεταφ.) ανησυχία:
      • (Φαλιέρ., Ιστ. 224, 20).

[μτγν. ουσ. κόπις]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go