Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κερδοσκοπικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κερδοσκοπικός -ή -ό [kerδoskopikós] Ε1 : 1. που έχει σχέση με την κερδοσκοπία: Tο χρηματιστήριο παρουσίασε κερδοσκοπικές τάσεις. 2. που αποβλέπει στο κέρδος: H επιχείρηση / το Iνστιτούτο δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. H επιχείρηση είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. κερδοσκοπικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. κερδοσκόπ(ος) -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go