Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καταστροφικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταστροφικός -ή -ό [katastrofikós] Ε1 : που αναφέρεται στην καταστροφή, που προκαλεί καταστάσεις πολύ δυσάρεστες οι οποίες έχουν τα στοιχεία της καταστροφής· καταστρεπτικός: H αδιαφορία του και η ανευθυνότητά του ήταν καταστροφικές. Οι καταστροφικές επιπτώσεις από την άναρχη δόμηση στην πρωτεύουσα. καταστροφικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. καταστροφ(ή) -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go