Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καταστολή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταστολή η [katastolí] Ο29 : η ενέργεια του καταστέλλω. 1. αποτελεσματικός έλεγχος μιας εκρηκτικής κατάστασης, έτσι ώστε να μην μπορέσει να εξελιχθεί και να επεκταθεί: H στρατιωτική ηγεσία πέτυχε την ~ του κινήματος. Ο στρατός και η αστυνομία είναι δυνάμεις καταστολής. Πρόληψη και ~ της εγκληματικότητας. Kράτος καταστολής, μειωτικά, για ένα κράτος, όπου τον κύριο ρόλο έχουν οι δυνάμεις και τα μέσα καταστολής. 2. ελάττωση της έντασης μιας σωματικής ή ψυχικής αντίδρασης ή λειτουργίας: H ~ των παθών. H ~ υπερπαραγωγής ορμονών.

[λόγ. < ελνστ. καταστολή, αρχ. σημ.: `επιφύλαξη΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go