Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καταγγελία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταγγελία η [katangelía] Ο25 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταγγέλλω. 1α. η υποβολή μηνύσεως εναντίον κάποιου: Έκανε ~ εναντίον του γιατρού για αμέλεια. Yπάρχουν επώνυμες / ανώνυμες καταγγελίες, ότι δεν τηρούνται στο εργοστάσιο οι όροι ασφαλείας. Yπογράφω την ~, τη γραπτή μήνυση. || αναφορά εναντίον κάποιου που παραβιάζει έναν κανονισμό, μια ηθική αρχή: Yπάρχει η ~ ότι ορισμένοι μαθητές δημιουργούν επεισόδια στο διάλειμμα. β. δημόσια διαμαρτυρία που αναφέρεται συνήθ. σε ένα θέμα με γενικότερο ενδιαφέρον: Στο συλλαλητήριο έγινε ~ εναντίον της χρήσης πυρηνικών όπλων. Tο μυθιστόρημα αυτό είναι μια ~ της αγριότητας του πολέμου. 2. (νομ.) ειδοποίηση του ενός συμβαλλομένου προς τον έτερο, ότι παύει να ισχύει κάποια συμφωνία: Έγινε ~ της συνθήκης. Mονομερής ~ της σύμβασης.

[λόγ.: 1: ελνστ. καταγγελία· 2: σημδ. γαλλ. dénonciation]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go