Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καθένας
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καθένας, καθεμιά / καθεμία, καθένα [kaθénas] αντων. αόρ. ενικού αριθμού (βλ. ένας) : με άρθρο ή χωρίς άρθρο, σε θέση ουσιαστικού ή επιθέτου με αναφορά: 1. στο κάθε πρόσωπο ζώο ή πράγμα χωριστά· κάθε: ~ μαθητής (χωριστά) είναι υπεύθυνος για την τάξη του. Kαθεμιά οικογένεια. Kαθένα παιδί. ~ ας νοιαστεί για τον εαυτό του. Στον καθένα αναλογούσαν πέντε βιβλία. ~ με τη σειρά του. ΠAΡ έκφρ. (δώδεκα Aπόστολοι) ~ με τον πόνο του, κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ιδιαίτερο πρόβλημα. || (με την προσ. αντων.) ύστερα από λέξη που δηλώνει σύνολο: Είναι τρεις συνέταιροι αλλά ο ~ τους δουλεύει και ανεξάρτητα. Είναι πέντε ομιλητές και ο ~ από αυτούς θα μιλήσει είκοσι λεπτά. 2α. στο αρσενικό γένος με αναφορά σε οποιοδήποτε πρόσωπο, άρα σε όλους γενικά και όχι συγκεκριμένα: (Ο) ~ το καταλαβαίνει, όλοι. Δεν είναι δουλειά του καθενός να σε συμβουλεύει, δεν μπορούν όλοι να… β. σε αρνητική μειωτική χρήση για να δηλώσει το κατάλληλο για την περίπτωση πρόσω πο· ο οποιοσδήποτε: Δεν μπορεί να έρχεται ο ~ άσχετος να λέει την άπο ψή του. Δε θα εκμυστηρεύεσαι τα μυστικά σου στον καθένα άσχετο, στο κάθε κοινό, ακατάλληλο πρόσωπο. Δεν είναι ο ~, είναι ο αδερφός σου.

[μσν. καθένας < ελνστ. καθείς (< φρ. καθ΄ εxς `ο ένας μετά τον άλλον΄ < φρ. ἕν καθ΄ έν `ένα ένα΄), κατά την εξέλ. εxς > ένας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go