Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καβούκι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καβούκι το [kavúki] Ο44 : το οστέινο κάλυμμα του σώματος ορισμένων ερπετών ή μαλακίων, μέσα στο οποίο καλύπτονται το κεφάλι και τα πόδια σε περίπτωση κινδύνου: Tο ~ της χελώνας, το καύκαλο. Tο ~ του κάβουρα / του σαλιγκαριού. ΦΡ μαζεύομαι / μπαίνω στο ~ μου, για κπ. που αποφεύγει τον κόσμο και τις συναναστροφές, ύστερα από μια απογοήτευση ή δυσαρέσκεια. βγαίνω απ΄ το ~ μου, για κπ. που ύστερα από μακροχρόνια απομόνωση αρχίζει να έχει πάλι επαφές με το κοινωνικό περιβάλλον του και να αναπτύσσει κάποια δραστηριότητα.

[τουρκ. kabuk (ίσως κιόλας μσν.: [b > v] )]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go