Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάρτα
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάρτα η [kárta] Ο25 : μικρό ορθογώνιο κομμάτι από σκληρό χαρτί ή από άλλο ανάλογο υλικό. 1α. δελτίο που εξυπηρετεί ανάγκες γραπτής επικοινωνίας: Xριστουγεννιάτικη / ευχετήρια ~. Kάρτες με τοπία της Ελλάδας, καρτ ποστάλ. Tου έδωσα την ~ μου, επισκεπτήριο. β. δελτίο που βεβαιώνει κάποιο δικαίωμα του κατόχου: ~ εισόδου, σε κπ. χώρο. ~ απεριόριστων / πολλαπλών διαδρομών, σε μέσο συγκοινωνίας. Πιστωτική ~, που χρησιμοποιείται αντί για ρευστό χρήμα. || δελτίο όπου σημειώνεται η ώρα προσέλευσης και αναχώρησης του εργαζομένου: Xτυπάω ~, σε ειδικό μηχάνημα. ΦΡ χτυπάω* ~. 2. στην τηλεόραση, εικόνα με πληροφορίες μέσα σε πλαίσιο: Διαφημιστικές κάρτες. 3. (ποδ.) κάρτα που δείχνει ο διαιτητής σε παίχτη ο οποίος έκανε μια σοβαρή παράβαση των κανονισμών: Kίτρινη ~, για προειδοποίηση. Kόκκινη ~, για αποβολή από το παιχνίδι. ΦΡ βγάζω / δείχνω κίτρινη / κόκκινη ~, προειδοποιώ ή και απειλώ κπ. που έχει κάνει κάποιο παράπτωμα. 4. φύλλο της τράπουλας. 5. (πληροφ.) πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος, που εισάγεται σε έναν υπολογιστή για να του βελτιώσει ή να του προσδώσει κάποιες δυνατότητες: ~ ήχου. ~ γραφικών, που δίνει στον υπολογιστή τη δυνατότητα να κάνει σχέδιο, διαγράμματα, εικόνες κτλ. καρτούλα η YΠΟKΟΡ. καρτάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1α.

[αντδ. < ιταλ. carta < λατ. charta < αρχ. χάρτης (5: λόγ. σημδ. με βάση το αγγλ. sound card `κάρτα ήχου΄)· κάρτ(α) -ούλα]

[Λεξικό Κριαρά]
κάρτα η.
  • 1) Μονάδα μέτρησης·
    • (εδώ) μονάδα μέτρησης μήκους ίση με το τέταρτο του πήχη:
      • (Rechenb. 6813).
  • 2) (Ναυτ.) ο καθένας από τους 32 ανεμόρρομβους στους οποίους υποδιαιρείται το ανεμολόγιο:
    • να βάλει την πλώρην του εις την κάρταν της όστριας (Πορτολ. Α 18112).

[<ιταλ. quarta]

[Λεξικό Κριαρά]
Καρταγενίτης ο.
  • Τυνήσιος:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 28114).

[<τοπων. Καρτάγινε (αυτ. 57623· <ιταλ. Cartagine) + κατάλ. ίτης]

[Λεξικό Κριαρά]
καρτακάζα η.
  • Τυροτρίφτης:
    • (Bαρούχ. 3917).

[<βεν. gratacasa]

[Λεξικό Κριαρά]
καρτάνα η.
  • Τεταρταίος πυρετός:
    • είχεν την καρτάναν και δεν ημπόρησε νά ’βρει υγείαν (Μαχ. 3820).

[<λατ. - ιταλ. quartana. Η λ. στο Du Cange και σήμ. κυπρ. (Χατζ., Λεξ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go