Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάρβουνο
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάρβουνο το [kárvuno] Ο41 : 1. στερεό καύσιμο που περιέχει άνθρακα σε μεγάλη ποσότητα και που: α. εξορύσσεται από τη γη· γαιάνθρακας, πετροκάρβουνο: Tα παλιά τρένα κινούνταν με ~. Ρίχνω ~ στη μηχανή. β. (συνήθ. πληθ.) παρασκευάζεται με αργή και ατελή καύση του ξύλου· ξυλοκάρβουνο: Kρέας (ψημένο) στα κάρβουνα. Tα μάτια του είναι κατάμαυρα σαν ~. (έκφρ.) κάποιος / κτ. γίνεται ~, καίγεται από τη φωτιά: Άνθρωποι και ζώα έγιναν ~. Ξέχασε το φαγητό στο φούρνο και έγινε ~. ΦΡ κάθομαι σ΄ αναμμένα κάρβουνα, ανυπομονώ ή ανησυχώ για την εξέλιξη μιας κατάστασης· ΣYN ΦΡ κάθομαι στ΄ αγκάθια. εδώ σε θέλω κάβουρα* να περπατάς στα κάρβουνα. πού πας ξυπόλυτος* στ΄ αγκάθια / στα κάρβουνα; (λαϊκ.) να καούν τα κάρβουνα!, αναφώνηση κάποιου που βρίσκεται σε κατάσταση κεφιού. 2. (ζωγρ.) α. είδος μολυβιού από ειδικό κάρβουνο, που χρησιμοποιείται για σχέδιο σε χοντρό χαρτί: Πορτρέτο σε ~. β. σχέδιο που έγινε με το παραπάνω μολύβι: Ο ζωγράφος εκθέτει έργα του, ~ και λάδι. καρβουνάκι το YΠΟKΟΡ 1. μικρό κάρβουνο ειδικό για το κάψιμο του λιβανιού. 2. εξάρτημα ηλεκτρικής μηχανής, από γραφί τη, που μεταφέρει το ρεύμα από ένα τμήμα σε άλλο: Aλλάζω τα καρβου νάκια του αυτοκινήτου. 3. φαρμακευτικό παρασκεύασμα με βάση τον άνθρακα.

[μσν. κάρβουνο(ν) < κάρβων `ξυλοκάρβουνο΄ -ον μεταπλ. σε ουδ. με βάση τη γεν. κάρβωνος ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [v] ) < λατ. carbo]

[Λεξικό Κριαρά]
κάρβουνο(ν) το· κάρβωνον.
  • 1) Άνθρακας:
    • να βάλει ξύλα στη φωτιά, κάρβουνα στο καμίνι (Ερωτόκρ. Α´ 1804).
  • 2) (Μεταφ.)
    • α) πόθος, πάθος:
      • (Πανώρ. Πρόλ. 66
      • τα πολλά κάρβουνα τα αφτούμενα των αμαρτιών μας (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397
    • β) έγνοια, βάσανο:
      • το κάρβουνό μου στην καρδιά πάντα σου θέλει βράζει (Ερωτόκρ. Γ´ 1244
    • γ) φρ. με καίνε κάρβουνα = βασανίζομαι ψυχικά, υποφέρω:
      • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 40513).

[<ουσ. κάρβων (6. αι., L‑S). Η λ. (ον) στο Meursius και σήμ. (ο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καρβουνόσκονη η [karvunóskoni] Ο32 : σκόνη από κάρβουνα.

[κάρβουν(ο) -ο- + σκόνη]

[Λεξικό Κριαρά]
καρβουνουστιά η,
βλ. καρβουνιστιά.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go