Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάπως
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάπως [kápos] επίρρ. : 1. τροπικό· με κάποιον τρόπο, συνήθ. όχι εύκολο: Mε πολλές δυσκολίες καταφέραμε ~ να επικοινωνήσουμε μαζί τους. || ~ έτσι, για να δηλωθεί ο τρόπος με προσέγγιση και όχι με ακρίβεια· περίπου έτσι: ~ έτσι ξεκίνησε η ιστορία. ~ έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. 2. ποσοτικό· μετριάζει τη σημασία της λέξης που ακολουθεί· λίγο: Ήταν ~ ανήσυχη. Είναι ~ ακριβό για μένα, λίγο ακριβό. Σήμερα νιώθει ~ καλύτερα. Είναι ~ αργά και δε θα ήθελα να σας ενοχλήσω. ~ γέρνει από τη μια πλευρά. Δεν ανακουφίστηκε τελείως αλλά ~ ηρέμησε. 3. (προφ.) αόριστο αναφορικό· συνήθως στις εκφράσεις νιώθω / είμαι / γίνομαι ~, αισθάνομαι λίγο διαφορετικά ή παράξενα χωρίς να μπορώ ακριβώς να το προσδιορίσω.

[μσν. φρ. *κάν πως (πρβ. μσν. κάν ποτέ > κάποτε) < και + αρχ. φρ. ἐάν πως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go