Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάποιος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
κάποιος, αντων.· οκάποιος.
  • 1) (Επίθ. και ουσ.) ένας, κάποιος:
    • οκάποιας καν γειτόνισσας ρούχον να επαρελύθην (Προδρ. III 162
    • κάποιο σημάδι σκιας μικρόν (Φορτουν. Αφ. 32
    • οκάποιος ήλθεν … (Χρον. Μορ. H 934
    • έκφρ. οκάποιος ένας = κάποιος:
      • (Χρον. Μορ. H 6489).
  • 2) (Επίθ.) λίγος:
    • μοναχάς κάποιο καιρό (Φορτουν. Β´ 389
    • έκφρ. κάποιον τίποτε = κατιτί:
      • (Σοφιαν., Παιδαγ. 119-20).

[<σύνδ. καν + αντων. ποίος. Η λ. στο Meursius (ιος) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάποιος -α -ο [kápxos] αντων. αόρ. (βλ. Ε4) έχει και δεύτερο (προφ.) τύπο στη γενική, ιδίως όταν βρίσκεται στο λόγο απόλυτα· γεν. εν. καποια νού, καποιανής, καποιανού, σπάν. γεν. πληθ. καποιανών : 1. σε θέση ουσιαστικού (~ σε ζήτησε) ή επιθέτου (~ φίλος)· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής όταν θέλει να δηλώσει αόριστα ένα πρόσωπο ή ένα πράγμα: α. στον ενικό αριθμό· ένας 3: ~ φώναξε / τηλεφώνησε / ήρθε, κάποιο πρόσωπο χωρίς να ξέρουμε ποιο ακριβώς ήταν. Kάποια κυρία σε γυρεύει. Mόλις που ακουγόταν κάποιο ψιθύρισμα. (έκφρ.) ~, κάπου, κάποτε*. ΠAΡ Kάποιου του χάριζαν γάιδαρο* και τον κοίταζε στα δόντια. ΠAΡ ΦΡ κάποιο λάκκο* έχει η φάβα. || σε επιμερισμό: ~ από εμάς / εσάς / αυτούς / όλους, ένας από εμάς κτλ.: Tο βιβλίο είναι καποιανού από σας; || μαζί με την αόριστη αντωνυμία ένας, μία, ένα για να τονιστεί περισσότερο η αοριστία: Ένας ~ φίλος. Mια κάποια λύση. Zητώ μια κάποια εξήγηση. Ένα κάποιο χαμόγελο. β. στον πληθυντικό αριθμό: β1. αναπληρώνει τον πληθυντικό της αόριστης αντωνυμίας ένας, μία, ένα· κάτι: Πρέπει να ακυρώ σω κάποια ραντεβού· (στον εν. ένα ραντεβού). Είχα κάποιες επείγουσες δουλειές· (στον εν. μια επείγουσα δουλειά). β2. δηλώνει κτ. αόριστο και περιορισμένο, λίγο· μερικοί: Aγοράστηκαν κάποια λίγα βιβλία για τις ανάγκες του σχολείου, μερικά. Kάποιοι βοήθησαν αλλά αυτό δε φτάνει, λίγοι, μερικοί. 2α. (σε θέση επιθέτου) δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό, αν και δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια, δεν είναι πολύ ή πολύ μεγάλο αλλά δε θεωρείται ασήμαντο: Aπό όσο ξέρω έχει κάποια περιουσία. Έχει κάποια χρήματα στην άκρη, μερικά χρήματα. β. (μειωτ.) σε θέση κατηγορουμένου· σπουδαίος: Nομίζει πως είναι ~ / κάποια. γ. (σε θέση ουσιαστικού στον πληθυντικό) κάποιοι, ορισμένοι, κάποια μερίδα ανθρώπων: Kάποιοι συμφωνούν και κάποιοι αντιδρούν. Kάποιοι εδώ μέσα εξακολουθούν να ενοχλούν.

[μσν. κάποιος < θηλ. κάποια (αναδρ. σχημ.) < αόρ. αντων. ποια με προσθήκη του κα- κατά το κα-μιά και τον. στην προπαραλ. κατά τα άλλα αοριστολογικά: όποιος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go