Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κάλυμμα
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάλυμμα το [kálima] Ο49 : I1. ό,τι καλύπτει, σκεπάζει κπ. ή κτ.: ~ κεφαλής, γενικός χαρακτηρισμός για μαντίλι, καπέλο, σκούφο κτλ. ~ οικιακού σκεύους, καπάκι. ~ τραπεζιού, τραπεζομάντιλο. ~ φρεατίου / μηχανής, σκέπασμα. 2. (ειδικότ.) α. (εκκλ.) το ύφασμα με το οποίο καλύπτεται η Aγία Tράπεζα. β. προστατευτικό σκέπασμα από ύφασμα ή από άλλο σχετικό υλικό, που ράβεται ακριβώς στα μέτρα μιας κατασκευής, κυρίως επίπλων, ώστε να εφαρμόζει απόλυτα: Tο ~ της πολυθρόνας. Ράβονται καλύμματα (επίπλων). Άλλαξα τα καλύμματα του αυτοκινήτου, των καθισμάτων. II. (οικον.) το απόθεμα μιας εκδοτικής τράπεζας σε χρυσό και σε συνάλλαγμα που αποτελεί εγγύηση για την έκδοση του χαρτονομίσματος.

[λόγ. < αρχ. κάλυμμα `κουκούλα΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]

[Λεξικό Κριαρά]
κάλυμμα το.
  • Εκκλησιαστικό κάλυμμα με διάφορες χρήσεις:
    • (Έκθ. χρον. 4621).

[αρχ. ουσ. κάλυμμα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλυμματού η [kalimatú] Ο37 : (οικ.) ράφτρα που ράβει καλύμματα επίπλων.

[καλυμματ- (κάλυμμα) -ού]

[Λεξικό Κριαρά]
καλυμμαύχι(ον) το,
βλ. καμηλαύκιν.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go