Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ισχυρογνώμονας
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ισχυρογνώμονας [isxiroγnómonas] για τα άλλα γένη βλ. -ων -ων ον· Ε (βλ. Ο5) : ισχυρογνώμων: Είναι πολύ ~. || (ως ουσ.).

[λόγ. < αρχ. ἰσχυρογνώμων, αιτ. -ονα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go