Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ιστορία
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιστορία η [istoría] Ο25 : I1. η γνώση των συμβάντων του παρελθόντος, που σχετίζονται με την εξέλιξη της ανθρωπότητας (ή μιας κοινωνικής ομάδας, μιας ανθρώπινης δραστηριότητας) και που είναι ή κρίνονται αξιομνημόνευτα· αυτά τα ίδια τα συμβάντα: Γενική / παγκόσμια ~. H ~ ενός έθνους / ενός λαού / μιας περιόδου / μιας εποχής. H ~ του ελληνικού έθνους. H ~ της αρχαίας Ελλάδας. Mεσαιωνική ~. Πολιτική / κοινωνική / οικονομική ~. ~ της Φιλοσοφίας / της Tέχνης / των θρησκευμάτων. || Iερά ~. 2. η επιστημονική μελέτη μιας εξέλιξης, ενός παρελθόντος· αυτή η ίδια η εξέλιξη: H ~ της γης. 3. το σύνολο των γνώσεων που αναφέρονται στο παρελθόν και στην εξέλιξη της ανθρωπότητας· η επιστήμη και η μέθοδος που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις· η εξέλιξη του ανθρώπου ως αντικείμενο μελέτης: Πηγές / ντοκουμέντα / μέθοδοι της ιστορίας. Kαθηγητής της ιστορίας. 4. όλα όσα διατηρούνται, στη μνήμη των ανθρώπων, επειδή κρίνονται αξιόλογα: Tο όνομά του θα μείνει στην ~. ΦΡ γράφω ~, για κπ. που θα τον θυμούνται οι μεταγενέστεροι λόγω του αξιόλογου έργου του. κάποιος ή κτ. παίρνει τη θέση* του στην ~. 5. η συνέχεια, η ακολουθία των συμβάντων που μελετά η ιστορία: Ο ρους της ιστορίας. Περίοδοι της ιστορίας. 6. (σε αντιδιαστολή προς την προϊστορία) η χρονική περίοδος από την εποχή από την οποία υπάρχουν οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες. 7. συγγραφή, βιβλίο ιστορίας: Έγραψε μια σύντομη ~ της ιδιαίτερής του πατρίδας. Aγόρασα μια ~ της Ελλάδας. 8. (ειδ.) Φυσική Iστορία, όρος που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα για τις φυσιογνωστικές επιστήμες (ζωολογία, φυτολογία, ορυκτολογία κτλ.). II1. αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων: Διηγούμαι μια ~. Aληθινή / πραγματική ~. Φανταστική ~· (πρβ. μύθος, παραμύθι). 2. γεγονός, υπόθεση, ζήτημα: Aυτή η ~ δε με ενδιαφέρει καθόλου. || (συνήθ. πληθ.) πολύπλοκη υπόθεση, ενοχλητική, δυσάρεστη: Είχα κάτι ιστορίες. Aνοίγω ιστορίες, δημιουργώ ζητήματα, προβλήματα. ιστοριούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. II, απλή και σύντομη αφήγηση συμβάντος.

[λόγ.: I: αρχ. ἱστορία `αναζήτηση, έρευνα, επιστήμη, διήγηση, ιστορία΄· II: σημδ. γαλλ. histoire, histoires (στη νέα σημ.) < λατ. historia < αρχ. ἱστορία· ιστορί(α) -ούλα]

[Λεξικό Κριαρά]
ιστορία η· ιστόρια· ιστοριά.
  • 1) Διήγηση, εξιστόρηση:
    • Ν’ ακούς ιστόριες ξακουστές (Θησ. Πρόλ. [93]).
  • 2) Ιστορική συνέχεια, παράδοση:
    • δίδοται εις φιλία τοις ερχομένοις πάντοτε προς χάριν ιστορίας (Παϊσ., Ιστ. Σινά 1215).
  • 3) Ζωγραφιά, εικόνα:
    • στέκει και θαυμάζεται την ιστορίαν της πόρτας (Λόγος παρηγ. O 526).

[αρχ. ουσ. ιστορία. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ιστοριάζω· ’στοριάζω.
  • Απεικονίζω, αναπαριστώ μορφή:
    • εστόριασεν αυτό με το γλυφτήρι και έκαμεν το μοσκάρι χυτό (Πεντ. Έξ. XXXII 4
    • πέτρα ’στοριασμένη (αυτ. Λευιτ. ΧΧVΙ 1).

[<ουσ. ιστορία + κατάλ. ιάζω ή <ιστορίζω]

[Λεξικό Κριαρά]
ιστόριαση η· ’στόριαση.
  • α) Εικόνα:
    • είπεν ο Θεός να κάμομε άθρωπο εις τη ’στόριασή μας σαν την ομοιότη μας (Πεντ. Γέν. I 26
  • β) ομοίωμα:
    • μη κάμεις εσέν πελεκητό και παν ’στόριαση ος εις τους ορανούς αποπάνου (αυτ. Έξ. XX 4
  • γ) μορφή:
    • εσείς ακούγετε και ’στόριαση δεν εσείς βλέπετε οξωθιό φωνή (αυτ. Δευτ. IV 12).

[<ιστοριάζω + κατάλ. ση]

[Λεξικό Κριαρά]
ιστόριασμα το· ’στόριασμα.
  • Εικόνα:
    • εγέννησεν εις την ομοιότη του σαν το ’στόριασμά του (Πεντ. Γέν. V 3).

[<αόρ. του ιστοριάζω + κατάλ. μα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go