Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ις
259 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ίσα [ísa] : (ναυτ.) πρόσταγμα, εντολή για το σήκωμα των πανιών και των άρμπουρων, σε ιστιοφόρο πλοίο.

[βεν. issa]

[Λεξικό Κριαρά]
ίσα, επίρρ.,
βλ. ίσια.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ισάδα η [isáδa] Ο26 : (λαϊκότρ.) ισιάδα.

[ίσ(ος) -άδα]

[Λεξικό Κριαρά]
ισάδι το,
βλ. ισιάδι.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ισάζω [isázo] Ρ2.3α : (λαϊκότρ.) ισιάζω.

[αρχ. ἰσάζω]

[Λεξικό Κριαρά]
ισάζω,
βλ. ισιάζω.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ίσαλος -ος / -η -ο [ísalos] Ε17 : (ναυτ.) ~ / ίσαλη γραμμή (ενός πλοίου), η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές ενός πλοίου, στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας. || (ως ουσ.) τα ίσαλα, η ίσαλος γραμμή ή τα γύρω από αυτήν μέρη· (πρβ. ύφαλα, έξαλα).

[λόγ. ίσ(ος) + αρχ. ἅλ(ς) `θάλασσα΄ -ος, κατά τα αρχ. ὕφαλος, ὕφαλα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ίσαμε [ísame] πρόθ. : (λαϊκότρ.) με επίρρημα ή με αιτιατική ή με πρόταση που αρχίζει με το να· ως, έως, μέχρι. α. για χρονικό όριο, τέρμα: ~ χθές / αύριο. Kανείς δεν το βρήκε ~ (τα) τώρα και θα το βρεις εσύ; || ~ την Tρίτη. || ~ να…, έως ότου να…, ώσπου να…: Θα σε περιμένω ~ να τελειώσεις. Είδα κι έπαθα ~ να τα καταφέρω. β. για τοπικό όριο, τέρμα: ~ εδώ / εκεί. Ίσαμ΄ εδώ. ~ πού θα πας; Προχώρησε ~ την άκρη. Έφτανε ~ τον ουρανό. γ. (για όριο ποσότητας, μεγέθους κτλ.) περίπου και λιγότερο από…: Kοστίζει ~ χίλιες δραχμές. ~ δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Θα ζύγιζαν ~ πέντε κιλά.

[μσν. ίσαμε < ίσα + με]

[Λεξικό Κριαρά]
ίσαμε, πρόθ.
  • (Σε σύγκριση) σαν:
    • λίθον είχε μέγα … ίσαμε ωόν στρουθίου (Πτωχολ. α 301).

[<επίρρ. ίσα + πρόθ. με. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ισαντής ο,
βλ. νισαντζής.
< Previous   [1] 2 3 4 5 ...26   Next >
Go to page:Go