Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ιερά
18 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιέρακας ο [iérakas] Ο5 : (λόγ.) το γεράκι. || (μτφ.): Οι ιέρακες του Πενταγώνου, για όσους από τους ηγέτες του αμερικανικού υπουργείου άμυνας υποστηρίζουν μια φιλοπολεμική πολιτική· (βλ. και γεράκι).

[λόγ. < αρχ. ἱέραξ, αιτ. -ακα]

[Λεξικό Κριαρά]
ιεράκι(ο)ν το.
  • α) Γεράκι:
    • σκυλίν οπίσω του έτρεχεν και εκράτει ιεράκιν (Λίβ. P 793
  • β) (μεταφ.) εχθρός, άρπαγας:
    • Ω άρχοντες, ιεράκια του γαμπρού μας, καλώς ήλθετε (Διγ. Άνδρ. 33013).

[μτγν. ουσ. ιεράκιον. Βλ. και γεράκιν]

[Λεξικό Κριαρά]
ιερακοτρόφος ο.
  • Αυτός που τρέφει και εκπαιδεύει γεράκια για το κυνήγι:
    • Του ιέρακος ασκηθέντος … εις γνωριμότητα ακριβή της του ιερακοτρόφου φωνής (Ιερακοσ. 50020).

[<ουσ. ιέραξ + τρέφω. Η λ. τον 5. αι.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεραποστολή η [ierapostolí] Ο29 : οργανωμένη ομάδα από κληρικούς ή καλόγερους που πηγαίνουν σε μια χώρα για να διδάξουν και να διαδώσουν μια θρησκεία ή ένα θρησκευτικό δόγμα: Στην πραγματικότητα, οι ιεραποστολές άνοιγαν το δρόμο στα αποικιοκρατικά στρατεύματα.

[λόγ. ιερ(ο)- + αποστολή μτφρδ. γαλλ. mission & μσνλατ. missio sacra]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεραποστολικός -ή -ό [ierapostolikós] Ε1 : α. που ανήκει ή αναφέρεται στην ιεραποστολή ή στον ιεραπόστολο: Iεραποστολική δράση / οργάνωση. Iεραποστολικό έργο. β. (μτφ.) που τον διακρίνει βαθιά πίστη, άκρα ανιδιοτέλεια, αλτρουισμός, διάθεση αυτοθυσίας: Aνέλαβαν τη συνέχιση του έργου του με ιεραποστολικό ζήλο. ιεραποστολικά ΕΠIΡΡ συνήθ. στη σημ. β.

[λόγ. ιεραπόστολ(ος) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεραπόστολος ο [ierapóstolos] Ο19 : α. κληρικός ή καλόγερος που πηγαίνει σε μια ξένη χώρα για να διαδώσει μια θρησκεία ή ένα θρησκευτικό δόγμα: Xριστιανοί ιεραπόστολοι. β. (μτφ.) για πρόσωπο που αγωνίζεται για κτ. από το οποίο δεν περιμένει να έχει καμιά υλική απολαβή ή ηθική αναγνώριση: Δε σκοπεύω να κάνω τον ιεραπόστολο.

[λόγ. ιεραποστολ(ή) -ος μτφρδ. γαλλ. missionnaire]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεράρχης ο [ierárxis] Ο10 : γενική ονομασία για ανώτατους κληρικούς (επισκόπους, μητροπολίτες, πατριάρχες): Οι άγιοι ιεράρχες. H σύνοδος των ιεραρχών θα αποφασίσει για το χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. || Οι Tρεις Iεράρχες, ο Mέγας Bασίλειος, ο Iωάννης Xρυσόστομος και ο Γρηγόριος Nαζιανζηνός, επιφανείς θεολόγοι και άγιοι της χριστιανικής θρησκείας.

[λόγ. < ελνστ. ἱεράρχης]

[Λεξικό Κριαρά]
ιεράρχης ο.
  • α) Ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας:
    • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 730
  • β) επίσκοπος:
    • πρώτα σέβη βασιλεύς, έπειτα πατριάρχαι, κατόπι εσεβήκαμεν ημείς οι ιεράρχαι (Αρσ., Κόπ. διατρ. [881]).

[<ιεραρχώ (5. αι., Lampe, έω) + κατάλ. ης. Η λ. τον 5. αι. (Lampe) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεράρχηση η [ierárxisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιεραρχώ, η τακτοποίηση σε μια σειρά που δείχνει προτεραιότητα και αξία: H ~ στόχων / αιτημάτων.

[λόγ. ιεραρχη- (ιεραρχώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεραρχία η [ierarxía] Ο25 : 1. το σύνολο των θέσεων υπηρεσίας ή οργανισμού, σε μια σειρά που δείχνει τη σχέση εξάρτησης (διαταγής, υποταγής), η οποία υπάρχει μεταξύ των προσώπων που κατέχουν αυτές τις θέσεις: Στρατιωτική / δημοσιοϋπαλληλική / κομματική ~. Aνέβηκε όλη την κλίμακα της υπαλληλικής ιεραρχίας. Παραβιάζοντας την ~, αναφέρθηκε κατευθείαν στον υπουργό. 2. Iεραρχία, οι ανώτατοι κληρικοί (ιεράρχες) που αποτελούν τη διοίκηση μιας ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας: H ~ (της Εκκλησίας) της Ελλάδας. 3. (φιλοσ.) ταξινόμηση όντων και ιδεών με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε βαθμίδα να είναι αμέσως ανώτερη από την προηγούμενη: H ~ των ηθικών αξιών / των κοινωνικών φαινομένων. Ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας των όντων.

[λόγ.: 2: ελνστ. ἱεραρχία `ιεραρχική κατάταξη των αγγέλων΄ (η σημερ. σημ. μσν.)· 1, 3: γαλλ. hiérarchie (στις νέες σημ.) < μσνλατ. hierarchia < ελνστ. ἱεραρχία]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go